Ελλάδα - Αθλητισμός


Ελλάδα - Αθλητισμός
Ο ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ Καταγωγή του αθλητισμού και των αγώνων Οι θεωρίες που έχουν διατυπωθεί για την καταγωγή του αθλητισμού και των αγώνων είναι πολλές. Πολλά από τα αθλήματα, όπως το τρέξιμο, το ακόντιο και η πάλη, σχετίζονται με τις καθημερινές δραστηριότητες των προϊστορικών κοινοτήτων στο πλαίσιο του αγώνα για την επιβίωση: έτρεχαν για να κυνηγήσουν τα θηράματά τους, τα σημάδευαν με πέτρες, συχνά πάλευαν μαζί τους. Στην Αίγυπτο και τη Μεσοποταμία της 3ης χιλιετίας π.Χ. έχουν βρεθεί οι πρώτες παραστάσεις με σκηνές πάλης, άρσης βαρών και άλλων αθλοπαιδιών. Πιθανότατα ήταν θεάματα που εντάσσονταν σε κάποιες θρησκευτικές τελετουργίες ή διεξάγονταν προς τέρψη της βασιλικής αυλής. Αντίστοιχα αθλητικά παιχνίδια στη μινωική Κρήτη ήταν τα πολύ γνωστά ταυροκαθάψια, επικίνδυνες ασκήσεις τις οποίες έκανε ένας ακροβάτης πάνω σε ταύρο που έτρεχε, όπως απεικονίζονται στις τοιχογραφίες του ανακτόρου της Κνωσού. Κάποια χρονική στιγμή, όλες αυτές οι δραστηριότητες άρχισαν να τελούνται με σκοπό να αναδεικνύεται ο νικητής, δηλαδή αυτονομήθηκαν και εξελίχθηκαν σε αθλήματα. Από τα ομηρικά έπη γνωρίζουμε ότι τα αθλήματα ήταν αγαπημένο θέαμα των Μυκηναίων ηγεμόνων. Στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια υπάρχουν αρκετά παραδείγματα διοργάνωσης αγώνων: μετά το θάνατο του Πάτροκλου (Ιλιάδα), ο Αχιλλέας διοργανώνει αθλητικούς αγώνες, τα «άθλα επί Πατρόκλω», για να τιμήσει το νεκρό φίλο του, ενώ ο βασιλιάς των Φαιάκων, Αλκίνοος (Οδύσσεια), διοργανώνει αγώνες για να ψυχαγωγήσει τον επισκέπτη του, Οδυσσέα. Τα «άθλα» προς τιμήν του νεκρού Πάτροκλου συνηγορούν στην ερμηνεία ότι οι αγώνες αρχικά τελούνταν ως ταφικές τελετές προς τιμήν σημαντικών νεκρών και ηρώων. Στα αρχαϊκά χρόνια, ο αθλητισμός και οι αγώνες συνδέθηκαν με το ιδανικό της αριστοκρατίας «αιέν αριστεύειν και υπείροχον έμμεναι άλλων» (να είσαι πάντα άριστος και να υπερέχεις των άλλων), και φαίνεται πως το ενδιαφέρον γι’ αυτούς συνδέεται άμεσα με τον ανταγωνιστικό χαρακτήρα της αρχαίας ελληνικής κοινωνίας. Στην περίοδο ακμής των πόλεων-κρατών, την Κλασική περίοδο, ο αθλητισμός έπαψε να είναι προνόμιο των ολίγων. Με βάση το νέο ιδανικό του «καλού καγαθού» πολίτη και την αντίληψη «νους υγιής εν σώματι υγιεί», η εκπαίδευση των νέων στηρίχτηκε στον αθλητισμό, στην άσκηση του σώματος ταυτόχρονα με το πνεύμα, αλλά και στο πνεύμα συναγωνισμού και άμιλλας που καλλιεργείται από τους αγώνες. Ήταν η εποχή που οι πανελλήνιοι αγώνες γνώρισαν τη μεγαλύτερή τους άνθηση. Αθλητισμός και παιδεία Η πεποίθηση ότι η άσκηση του σώματος συνδέεται στενά με την άσκηση και την καλλιέργεια του πνεύματος ήταν τόσο διαδεδομένη στον αρχαίο κόσμο, ώστε ο χώρος όπου τελούνταν και οι δύο αυτές λειτουργίες ήταν κοινός: τα Γυμνάσια των πόλεων ήταν χώρος άσκησης του σώματος και ταυτόχρονα χώρος διδασκαλίας μουσικής, απαγγελίας και αγορεύσεων. Τα Γυμνάσια αυτά, καθώς περνούσε ο χρόνος, συγκέντρωναν όλο και περισσότερο το ενδιαφέρον φιλοσόφων, ποιητών και άλλων καλλιτεχνών, ώστε εντέλει ακόμη και οι φιλοσοφικές σχολές, όπως το Λύκειο του Αριστοτέλη ή η Ακαδημία του Πλάτωνα, είχαν την έδρα τους σε αθηναϊκά γυμνάσια. Οι μεγάλοι πανελλήνιοι αγώνες Το 776 π.Χ. αναφέρεται ως το έτος διεξαγωγής των πρώτων Ολυμπιακών αγώνων, που αρχικά είχαν τοπικό χαρακτήρα. Από τον 7ο αι. π.Χ. απέκτησαν πανελλήνια διάσταση και παρέμειναν καθ’ όλη την αρχαιότητα οι σημαντικότεροι πανελλήνιοι αγώνες. Στα πρότυπα των αγώνων της Ολυμπίας ξεκίνησαν μετά το 582 και οι άλλες τρεις πανελλήνιες διοργανώσεις: τα Πύθια, που διεξάγονταν στο ιερό του Απόλλωνα στους Δελφούς, τα Νέμεα στο ιερό του Δία στη Νεμέα και τα Ίσθμια, που τελούνταν στο ιερό του Ποσειδώνα στον Ισθμό της Κορίνθου. Σε πολλές αρχαίες πόλεις διοργανώνονταν αγώνες κατά τη διάρκεια τοπικών θρησκευτικών εορτών· όμως, σε όλη τη διάρκεια της αρχαιότητας, μόνο οι τέσσερις που προαναφέρθηκαν απέκτησαν πανελλήνια διάσταση. Και οι τέσσερις αυτοί αγώνες ήταν στεφανίτες, είχαν δηλαδή ως έπαθλο ένα απλό στεφάνι, σε αντίθεση με άλλους αγώνες της αρχαιότητας, τους χρηματίτες, στους οποίους οι νικητές κέρδιζαν χρηματικά έπαθλα και πολύτιμα δώρα. Τα Ολύμπια και τα Πύθια διεξάγονταν κάθε τέσσερα χρόνια, ενώ τα Ίσθμια και τα Νέμεα κάθε δύο χρόνια. Ο κύκλος των τεσσάρων πανελλήνιων αγώνων ονομαζόταν περίοδος, και η μεγαλύτερη τιμή για έναν αθλητή ήταν να στεφθεί περιοδονίκης, δηλαδή να αναδειχθεί νικητής διαδοχικά και στους τέσσερις αγώνες. Οι πανελλήνιοι αγώνες, και ιδιαίτερα οι Ολυμπιακοί αγώνες, προσήλκυαν χιλιάδες επισκέπτες, όχι μόνο από τον ελλαδικό χώρο, αλλά και από τις ελληνικές αποικίες της Κάτω Ιταλίας, της Μικράς Ασίας, του Πόντου κ.λπ. Ήταν μια αφορμή να σφυρηλατηθούν οι κοινοί δεσμοί με τις κοινές θρησκευτικές τελετουργίες, την παρακολούθηση των αγώνων και την άμιλλα μεταξύ των πόλεων για τη νίκη στα αγωνίσματα. Τα πρωτεία σε αυτή τη «συνένωση» των ελληνικών πόλεων τα είχαν οι Ολυμπιακοί αγώνες. Όσο διαρκούσαν οι αγώνες, ίσχυε για όλους τους Έλληνες η ιερή εκεχειρία, δηλαδή η παύση κάθε εχθροπραξίας, ώστε να μεταβούν απρόσκοπτα στο ιερό του Δία στην Ολυμπία οι αθλητές, αλλά και οι θεατές των αγώνων. Η παράδοση έλεγε πως η εκεχειρία είχε συνομολογηθεί από τον Ηλείο βασιλιά Ίφιτο μαζί με το Σπαρτιάτη νομοθέτη Λυκούργο και το βασιλιά της Πίσας, Κλεοσθένη, ήδη το 776 π.Χ., έτος διεξαγωγής των πρώτων Ολυμπιακών αγώνων, και το ιερό κείμενο φυλασσόταν στο ναό της Ήρας, στο ιερό της Ολυμπίας. Ένα είδος εκεχειρίας ίσχυε και για τους άλλους πανελλήνιους αγώνες, όμως δεν αφορούσε την παύση κάθε εχθροπραξίας, αλλά μόνο την προστασία των προσκυνητών που κατευθύνονταν προς τους αγώνες: απαγορευόταν να τους συλλάβουν ή να τους ληστέψουν κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους. Τα πανελλήνια ιερά συνεργάζονταν μεταξύ τους στις κυρώσεις της εκεχειρίας: όποια πόλη παραβίαζε την εκεχειρία αποκλειόταν από τα ιερά και δεν μπορούσε να ζητήσει συμβουλές από τα μαντεία. Ο χαρακτήρας των αγώνων Σε αντίθεση με τους σύγχρονους, οι αγώνες της αρχαιότητας δεν αποτελούσαν αυτοτελείς αθλητικές εκδηλώσεις. Εντάσσονταν στο πρόγραμμα των εορτών προς τιμήν του θεού, είχαν δηλαδή έντονο θρησκευτικό χαρακτήρα. Γι’ αυτό, άλλωστε, η πρώτη διαμόρφωση σταδίου στην Ολυμπία ήταν ένας στίβος που βρισκόταν δίπλα από το βωμό του Ολύμπιου Δία. Οι αθλητές θυσίαζαν στους θεούς επιδιώκοντας την εύνοιά τους, γιατί ήταν βαθιά ριζωμένη η πεποίθηση ότι η νίκη δινόταν από το θεό. Οι ολυμπιονίκες ανέθεταν τους ανδριάντες τους στο θεό, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης. Με την πάροδο του χρόνου, οι αγώνες άρχισαν να αυτονομούνται και να αποξενώνονται από τη λατρεία, χωρίς όμως ποτέ να πάψουν να συνδέονται με τη γιορτή του θεού. Οι πανελλήνιοι αγώνες απέκτησαν από νωρίς και πολιτικό χαρακτήρα. Συχνά, μια νίκη στην Ολυμπία ή στα Πύθια και η φήμη που την ακολουθούσε στο πανελλήνιο αποτελούσαν ασφαλές εφαλτήριο για την ικανοποίηση πολιτικών φιλοδοξιών. Τύραννοι, γόνοι αριστοκρατικών οικογενειών, πολιτικοί άνδρες και βασιλιάδες έπαιρναν μέρος στους αγώνες, με τη φιλοδοξία να γίνει το όνομά τους γνωστό και να κερδίσουν επιρροή και αξιώματα. Μετά τη νίκη τους, ανέθεταν πολυδάπανους ανδριάντες και πλήρωναν για να γραφτούν ωδές προς τιμήν τους, ώστε να αυξήσουν το γόητρό τους. Ορισμένοι βασιλιάδες και ηγεμόνες συνήθιζαν να κόβουν νομίσματα που απαθανάτιζαν τη νίκη τους, όπως το ασημένιο τετράδραχμο το οποίο έκοψε ο Φίλιππος Β’ της Μακεδονίας σε ανάμνηση της νίκης του σε ιπποδρομία, στην 106η Ολυμπιάδα (356 π.Χ.). Χαρακτηριστικός ήταν ο τρόπος με τον οποίο ο Αλκιβιάδης εκμεταλλεύτηκε τη δική του συμμετοχή στους αγώνες στην Ολυμπία. Κατά την 91η Ολυμπιάδα (416 π.Χ.), έφτασε στην Ολυμπία ως αρχηγός της αθηναϊκής αποστολής και πήρε μέρος στην αρματοδρομία με 7 άρματα! Μετά τη νίκη του, παρέθεσε δωρεάν γεύμα σε όλους τους επισκέπτες του ιερού και τάισε όλα τα άλογα που είχαν τρέξει στις αρματοδρομίες, ενισχύοντας έτσι όχι μόνο το γόητρο και τη φήμη της πόλης του, αλλά κυρίως το δικό του κύρος. Αγωνίσματα Πριν αναφερθούμε στα αγωνίσματα και στη διεξαγωγή τους, είναι σημαντικό να καταλάβουμε άλλη μια διαφορά των αρχαίων αγώνων από τους σύγχρονους. Για τους αρχαίους αθλητές επιδίωξη ήταν αποκλειστικά η νίκη, η πρώτη θέση στους κόλπους της ομάδας που αγωνιζόταν εκείνη τη στιγμή. Η επίδοση δεν είχε ιδιαίτερη σημασία, ούτε η κατάταξη σε δεύτερη ή τρίτη θέση. Γι’ αυτό και δεν καταγράφονταν οι επιδόσεις των αθλητών στους αγώνες, ούτε υπήρχαν ρεκόρ. Στην αρχαία γραμματεία, βέβαια, αναφέρονται κατορθώματα μεγάλων αθλητών, που σχετίζονται με τις επιδόσεις τους, αφού αυτές έδιναν τροφή για τη δημιουργία διάφορων μύθων: για το δρομέα Πολυμήστορα από τη Μίλητο, που νίκησε στο στάδιο παίδων στην 46η Ολυμπιάδα (596 π.Χ.), έλεγαν πως κυνήγησε ένα λαγό και τον έπιασε ζωντανό! Είναι όμως προφανές ότι οι διηγήσεις αυτές πλάθονταν από τους ανθρώπους που θαύμαζαν τους αθλητές και τους απέδιδαν ιδιότητες ημίθεων ή ηρώων. Πριν από κάθε αγώνισμα οι αθλητές κληρώνονταν για τους προκριματικούς. Όσοι έρχονταν πρώτοι σε κάθε προκριματικό αγώνα έπαιρναν μέρος στον τελικό του αγωνίσματος, που διεξαγόταν αμέσως μετά. Μετά τον τελικό κάθε αγωνίσματος και την ανακήρυξη του νικητή, ξεκινούσε το επόμενο αγώνισμα. Στην πάλη, στο παγκράτιο και στην πυγμή, οι αθλητές αγωνίζονταν ανά ζεύγη σε συνεχείς προκριματικούς, ώσπου να αναδειχθούν οι δύο αντίπαλοι, που θα αναμετριώνταν για την τελική νίκη. Αυτός ο τρόπος διεξαγωγής των αγωνισμάτων είχε και μια ενδιαφέρουσα πτυχή: αν ο αριθμός των αθλητών ήταν μονός, ο αθλητής που περίσσευε κέρδιζε θέση αυτόματα στον επόμενο γύρο, τον τελικό. Είχε την εύνοια της τύχης αφού όταν έφτανε να αγωνιστεί ήταν ξεκούραστος. Οι αθλητές αυτοί ονομάζονταν έφεδροι. Δρόμος Το παλαιότερο αγώνισμα, και το μοναδικό στις 13 πρώτες Ολυμπιάδες, ήταν το στάδιον, δηλαδή ο δρόμος ταχύτητας σε απόσταση ενός σταδίου, που ισοδυναμούσε με 600 αρχαίους πόδες. Καθώς ο αρχαίος πους δεν ήταν σταθερή μονάδα μέτρησης, αλλά διέφερε από πόλη σε πόλη, αντίστοιχα διέφερε και η απόσταση ενός σταδίου. Το μεγαλύτερο στάδιο ήταν εκείνο της Ολυμπίας, περίπου 192 μ. Για την εκκίνηση των δρομέων υπήρχαν επιμήκεις λίθινες πλάκες, οι βαλβίδες, που έφεραν παράλληλες αυλακώσεις στις οποίες οι δρομείς τοποθετούσαν τα πόδια τους. Οι διάδρομοι όπου επιτρεπόταν να τρέξει κάθε δρομέας οροθετούνταν στο στίβο με χαραγμένες γραμμές που τις γέμιζαν με άσπρο χώμα. Ο δίαυλος ήταν αγώνας ταχύτητας σε απόσταση δύο σταδίων. Στο πρόγραμμα των Ολυμπιακών αγώνων μπήκε κατά την 14η Ολυμπιάδα (724 π.Χ.). Οι δρομείς ξεκινούσαν από τη δυτική αφετηρία του σταδίου, έτρεχαν έως την ανατολική και τερμάτιζαν πάλι πίσω στη δυτική. Ο ίππιος ήταν δρόμος ημιαντοχής, καθώς οι αθλητές έτρεχαν 4 φορές το στάδιο (περίπου 750 μ.). Το αγώνισμα αυτό διεξαγόταν στα Ίσθμια, τα Νέμεα και σε τοπικούς αγώνες, όχι όμως στα Ολύμπια. Ο δόλιχος ήταν δρόμος αντοχής: οι αθλητές διαγωνίζονταν σε απόσταση που ποίκιλλε από 7 έως 24 στάδια. Συνήθως η διαδρομή ήταν 20 στάδια, δηλαδή περίπου 3,5 χιλιόμετρα. Την αντοχή των αθλητών καταδεικνύει το κατόρθωμα του δολιχοδρόμου Αγέα από το Άργος, ο οποίος, αμέσως μετά τη νίκη του στην 113η Ολυμπιάδα (328 π.Χ.), έφυγε τρέχοντας για την πατρίδα του και κατάφερε να φτάσει μέσα σε μια μέρα για να αναγγείλει το θρίαμβό του. Το δυσκολότερο αγώνισμα δρόμου ήταν ο οπλίτης δρόμος, όπου οι δρομείς έτρεχαν απόσταση δύο σταδίων φέροντας χάλκινο οπλισμό: κράνος, κνημίδες και ασπίδα. Το άθλημα αυτό απαιτούσε και ταχύτητα και σωματική ρώμη, αφού το βάρος των όπλων ήταν μεγάλο. Άλμα Το άλμα στην αρχαιότητα δεν αποτελούσε αυτόνομο άθλημα, αλλά τμήμα του πεντάθλου. Για τη διεξαγωγή του αγωνίσματος υπήρχε ένας τετράπλευρος χώρος, το σκάμμα, που ήταν γεμάτος μαλακό χώμα, ώστε να αποτυπώνονται εύκολα οι επιδόσεις του κάθε αθλητή. Υπήρχε ένα σταθερό σημείο, ο βατήρας, στον οποίο πατούσαν οι αθλητές πριν πηδήξουν. Με ένα ξύλινο κοντάρι, τον κανόνα, μετρούσαν το μήκος του άλματος κάθε αθλητή και υπολόγιζαν το νικητή. Όμως, ο θρυλικός Φάυλλος από τον Κρότωνα, δύο φορές νικητής στο πένταθλο, κατάφερε να ξεπεράσει το μήκος του σκάμματος και να πηδήξει έξω από αυτό. Από το κατόρθωμά του έμεινε παροιμιώδης η φράση «υπερέβη τα εσκαμμένα». Οι αθλητές του άλματος έτρεχαν με τη συνοδεία μουσικής αυλού, που τους βοηθούσε να έχουν αρμονία και ρυθμό στις κινήσεις τους. Επίσης χρησιμοποιούσαν βάρη μολύβδινα ή λίθινα, τους αλτήρες, πολλοί από τους οποίους έχουν βρεθεί σε ανασκαφές. Οι αθλητές κρατούσαν τους αλτήρες στη διάρκεια του άλματος, για να υποβοηθούν την ορμή και να δίνουν ρυθμό στις κινήσεις του σώματος, και τους πετούσαν στο έδαφος λίγο πριν το τέλος του άλματος. Δισκοβολία Η δισκοβολία ήταν άθλημα πολύ αγαπητό στους Έλληνες και αποτελούσε τμήμα του πεντάθλου. Ο δίσκος ήταν αρχικά λίθινος και αργότερα από μολύβι ή χαλκό. Έμοιαζε με το δίσκο που χρησιμοποιούν και σήμερα οι αθλητές: στρογγυλός, αμφίκυρτος, με πλατιά περιφέρεια. Οι δίσκοι που έχουν βρεθεί ζυγίζουν από 1,3 έως 6,6 κιλά, ενώ η διάμετρός τους κυμαίνεται μεταξύ 17 και 32 εκατοστά. Πιθανόν τα διαφορετικά βάρη να αντιστοιχούν σε διαφορετικές ηλικίες των αγωνιζομένων. Σε κάθε αθλητική διοργάνωση, πάντως, θα πρέπει οι αθλητές να χρησιμοποιούσαν τον ίδιο δίσκο, γιατί μόνο έτσι θα ήταν ισότιμος ο συναγωνισμός. Ο δισκοβόλος έριχνε συνήθως έως πέντε βολές, από τις οποίες μετρούσε η μεγαλύτερη. Ο Φλεγύας, διάσημος δισκοβόλος, λέγεται ότι έριχνε το δίσκο του από τη μια όχθη του Αλφειού στην άλλη. Ακοντισμός Το τρίτο άθλημα του πεντάθλου ήταν ο ακοντισμός, όπου οι αθλητές διαγωνίζονταν για το ποιος θα ρίξει το ακόντιο σε μεγαλύτερη απόσταση. Το ακόντιο ήταν ένα απλό ξύλινο κοντάρι με σιδερένια αιχμή. Οι αθλητές προσάρμοζαν στο κοντάρι μια δερμάτινη θηλιά, την αγκύλη, η οποία χρησίμευε για να δίνει περισσότερη ορμή στο ακόντιο κατά τη στιγμή της εκτόξευσης. Η εκτόξευση γινόταν από ορισμένο σημείο, το βατήρα, και υπήρχε ένας καθορισμένος χώρος στον οποίο έπρεπε να πέσει το ακόντιο· αλλιώς, η βολή θεωρούνταν άκυρη. Πάλη Η πάλη διεξαγόταν ως αυτόνομο αγώνισμα (στους Ολυμπιακούς αγώνες ήδη από το 708 π.Χ.), αλλά ήταν και ένα από τα αγωνίσματα του πεντάθλου. Οι αθλητές της πάλης αγωνίζονταν σώμα με σώμα, με λαβές. Απαγορεύονταν τα χτυπήματα, που ανήκαν σε άλλο άθλημα, στην πυγμή. Υπήρχαν δύο είδη πάλης, ανάλογα με τον τρόπο που κερδιζόταν η νίκη. Στην ορθία πάλη, όταν ο ένας από τους αντιπάλους κατάφερνε να ρίξει τον άλλον στο έδαφος τρεις φορές, αναδεικνυόταν νικητής. Στην αλίνδησιν (ή κύλισιν) ο αγώνας συνεχιζόταν ώσπου ο ένας από τους δύο αθλητές, αποκαμωμένος, να δηλώσει την ήττα του στον κριτή: να απαγορεύσει, όπως έλεγαν, σηκώνοντας το δείκτη του ενός χεριού. Πυγμή Ο αγώνας πυγμής διεξαγόταν με χτυπήματα στο πρόσωπο, στο λαιμό και στο στήθος. Οι αθλητές φορούσαν ιμάντες στα χέρια, για να υποβοηθούν τα χτυπήματα. Στα ρωμαϊκά χρόνια, οπότε ήταν πολύ διαδεδομένα τα σκληρά θεάματα, οι ιμάντες αυτοί ενισχύονταν με εξαρτήματα που μπορούσαν να καταφέρουν μεγαλύτερο πλήγμα στον αντίπαλο. Στην πυγμή δεν επιτρέπονταν οι λαβές, που ήταν χαρακτηριστικό της πάλης, τα χτυπήματα στα γεννητικά όργανα και οι κλοτσιές. Ο νικητής αναδεικνυόταν όταν κατάφερνε να ρίξει τον αντίπαλό του αναίσθητο ή όταν ο αντίπαλός του απαγόρευε, δηλαδή παραδεχόταν την ήττα του υψώνοντας το δείκτη του χεριού του. Φαίνεται ότι τα χτυπήματα ήταν πολύ σκληρά, αφού αναφέρονται και θάνατοι πυγμάχων κατά τη διάρκεια των αγώνων. Παγκράτιο Το παγκράτιο ήταν το σκληρότερο αγώνισμα, αφού συνδύαζε την πάλη και την πυγμή. Επιτρέπονταν όλες οι λαβές και τα χτυπήματα, εκτός από το δάγκωμα και την εξαγωγή των οφθαλμών του αντιπάλου. Οι παγκρατιαστές αγωνίζονταν με τα χέρια γυμνά και προσπαθούσαν, με χτυπήματα και λαβές, να αναγκάσουν τον αντίπαλο να απαγορεύσει. Το θέαμα πρέπει να ήταν πολύ σκληρό. Είναι χαρακτηριστικό ότι σπάνιες ήταν οι περιπτώσεις που ένας αθλητής μπορούσε να αγωνιστεί και στην πάλη και στο παγκράτιο, αφού η συμμετοχή στον έναν αγώνα μπορούσε εύκολα να τον εξαντλήσει. Πένταθλο Το πένταθλο ήταν το πιο απαιτητικό από τα αθλήματα, αφού οι αθλητές διαγωνίζονταν στο δρόμο σταδίου, στο άλμα, το ακόντιο, στο δίσκο και στην πάλη. Οι πιο ξακουστοί αθλητές της αρχαιότητας ήταν νικητές του πεντάθλου. Από τα πέντε αγωνίσματα του πεντάθλου, τελευταία διεξαγόταν η πάλη, που αναδείκνυε και τον τελικό νικητή, ο οποίος βέβαια έφτανε έως εκεί έχοντας ήδη αναδειχτεί νικητής σε τουλάχιστον άλλα δύο αγωνίσματα του πεντάθλου. Ιππικά αγωνίσματα Τα ιππικά αγωνίσματα, ιπποδρομίες και αρματοδρομίες, ήταν κατεξοχήν αγωνίσματα της αριστοκρατικής τάξης, αφού απαιτούνταν μεγάλα ποσά για την ανατροφή των αλόγων. Στα ιππικά αγωνίσματα, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα, νικητής δεν αναδεικνυόταν ο ηνίοχος ή ο αναβάτης, αλλά ο ιδιοκτήτης των αλόγων. Κατ’ αυτό τον τρόπο, μπορούσαν να λάβουν μέρος και γυναίκες, χωρίς ωστόσο να τους επιτρέπεται να παρακολουθήσουν τον αγώνα. Η πρώτη γυναίκα που αναδείχθηκε νικήτρια σε αρματοδρομία ήταν η Κυνίσκα, κόρη του βασιλιά της Σπάρτης, Αρχιδάμου. Οι ιπποδρομίες και οι αρματοδρομίες διακρίνονταν με βάση την ηλικία των αλόγων (νεαρά ή ώριμα άλογα), το φύλο (φοράδες ή αρσενικά άλογα) και τον αριθμό των αλόγων στα άρματα (άρματα με δύο ίππους ή τέθριππα). Ανάλογα με το είδος του αγωνίσματος καθοριζόταν και το πόσες φορές έπρεπε να κάνουν το γύρο του ιπποδρόμου. Τα ιππικά αγωνίσματα ήταν από τα πιο δημοφιλή θεάματα των αγώνων. Γι’ αυτό και συνεχώς εξελίσσονταν, έμπαιναν νέα αγωνίσματα ή καταργούνταν εκείνα που δεν είχαν ιδιαίτερη απήχηση. Στα ιππικά αγωνίσματα, και ειδικά στις αρματοδρομίες με τέθριππα, είχαν συμμετάσχει ως ιδιοκτήτες αλόγων μερικοί από τους πιο επιφανείς άνδρες της αρχαίας Ελλάδας. Αριστοκράτες, τύραννοι και βασιλιάδες δαπανούσαν μεγάλα ποσά για την εκτροφή αλόγων, κυνηγώντας τη δόξα την οποία θα τους εξασφάλιζε η νίκη στο πανελλήνιο. Ολυμπιονίκες Οι ολυμπιονίκες απολάμβαναν ιδιαίτερες τιμές στη γενέτειρά τους, αφού δόξαζαν το όνομά της στο πανελλήνιο. Οι πολίτες υποδέχονταν το νικητή της Ολυμπίας με τιμές στρατηγού που γυρίζει από νικηφόρα εκστρατεία. Το στεφάνι της νίκης αφιερωνόταν στον πολιούχο της πόλης. Ανδριάντες των ολυμπιονικών στήνονταν στην Αγορά. Σε πολλές πόλεις, εκτός από τα ηθικά, είχαν θεσπιστεί και υλικά ανταλλάγματα για τους ολυμπιονίκες: χρηματικές αμοιβές, ισόβια δωρεάν σίτιση στο Πρυτανείο, ακόμη και φορολογικές απαλλαγές. Από τις πιο θαυμαστές περιπτώσεις δρομέων που αναφέρονται είναι αυτή του Λεωνίδα από τη Ρόδο. Επί τρεις συνεχόμενες Ολυμπιάδες (164-152 π.Χ.) αναδείχτηκε νικητής στους τρεις δρόμους, το στάδιο, το δίαυλο και τον οπλίτη. Ο διασημότερος παλαιστής της αρχαιότητας ήταν ο Μίλων ο Κροτωνιάτης. Οι αρχαίοι συγγραφείς μιλούν με θαυμασμό για τη σωματική του ρώμη και τα κατορθώματά του. Νίκησε έξι φορές σε Ολυμπιακούς αγώνες και την έβδομη φορά που διαγωνίστηκε, όταν πλησίαζε πλέον τα 40 του χρόνια, παρότι ηττήθηκε από το νεότερο αντίπαλό του, το πλήθος τον επευφήμησε ως νικητή. Εκτός από τις νίκες του στους πανελλήνιους αγώνες, φαίνεται πως πρόσφερε και άλλου είδους θεάματα στο κοινό, αφού αναφέρεται ότι έδενε μια ταινία στο κεφάλι του και την έσπαζε με τη δύναμη των φλεβών του, ή ότι κρατούσε το χέρι με τον αγκώνα κολλημένο στα πλευρά, πρότεινε το χέρι με τα δάχτυλα τεντωμένα και τον αντίχειρα ανοιχτό και δεν βρισκόταν κανείς που να μπορεί να του λυγίσει το μικρό δάχτυλο. Στην Ολυμπία, ο Μίλωνας κουβάλησε στους ώμους ένα μεγάλο βόδι, και αφού το περιέφερε ανάμεσα στους θεατές, το απίθωσε στα πόδια του ιερέα για να το θυσιάσει. Μετά τη θυσία έφαγε ολόκληρο το βόδι μόνος του! Σπουδαίος πυγμάχος της αρχαιότητας ήταν ο Διαγόρας από τη Ρόδο, που έγινε διάσημος για τον τρόπο με τον οποίο πυγμαχούσε: αντιμετώπιζε τον αντίπαλο ευθύς, χωρίς ποτέ να σκύβει ή να αποφεύγει τα χτυπήματα. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Διαγόρας ευτύχησε να δει ολυμπιονίκες τα τρία παιδιά του και τα δύο εγγόνια του, πριν αφήσει την τελευταία του πνοή μέσα στο στάδιο της Ολυμπίας. Ο Θεαγένης από τη Θάσο ήταν και αυτός διάσημος πυγμάχος. Ο κόσμος πίστευε ότι ήταν γιος του Ηρακλή. Λεγόταν ότι σε ηλικία 9 ετών είχε σηκώσει ένα χάλκινο άγαλμα από τη βάση του και το είχε κουβαλήσει στο σπίτι του. Από τότε έγινε γνωστός σε όλη την Ελλάδα για τη δύναμή του. Αναφέρεται ότι κέρδισε περισσότερα από 1.400 στεφάνια για ισάριθμες νίκες σε αγώνες ανά την Ελλάδα. Μετά το θάνατό του, τιμήθηκε ως ήρωας στη Θάσο, αλλά και σε όλη την Ελλάδα, και είχε τη φήμη ότι θεράπευε ασθένειες. Γνωστότερος παγκρατιαστής ήταν ο Πολυδάμας από τη θεσσαλική πόλη Σκοτούσα, ο οποίος θεωρούνταν ο πιο μεγαλόσωμος άνδρας που είχε εμφανιστεί ποτέ στη γη. Εκτός από τις ολυμπιακές του νίκες, η ζωή του ήταν γεμάτη άθλους, που παρομοιάζονται με εκείνους του Ηρακλή. Άλλωστε, όλοι οι αθλητές είχαν ως πρότυπό τους τον Ηρακλή και προσπαθούσαν να του μοιάσουν, ενώ και η λαϊκή φαντασία διόγκωνε τα κατορθώματά τους, κάνοντάς τα να μοιάζουν με εκείνα του ήρωα. Έλεγαν ότι είχε σκοτώσει ένα λιοντάρι με τα χέρια του, χωρίς όπλο, και ότι κατάφερε να ακινητοποιήσει ένα άρμα που έτρεχε κρατώντας το με το ένα του χέρι. Η φήμη του ήταν τόσο μεγάλη, ώστε ο βασιλιάς της Περσίας τον κάλεσε να αγωνιστεί με τρεις άνδρες από την επίλεκτη φρουρά του, τους Αθανάτους. Ο Πολυδάμας κατάφερε να τους νικήσει αντιμετωπίζοντάς τους με ρόπαλο, ενώ αυτοί κρατούσαν ξίφη. Η διεξαγωγή των Ολυμπιακών αγώνων Οι Ολυμπιακοί αγώνες διεξάγονταν κάθε τέσσερα χρόνια τη δεύτερη πανσέληνο μετά το θερινό ηλιοστάσιο, στα μέσα Αυγούστου. Για τη διεξαγωγή των αγώνων, τη λειτουργία του ιερού και τη φροντίδα των αθλητικών εγκαταστάσεων υπεύθυνοι ήταν οι κάτοικοι της γειτονικής πόλης Ήλιδας – που ανταγωνίζονταν για το προνόμιο αυτό με τους γείτονές τους, τους Πισάτες. Για σύντομες χρονικές περιόδους, το ιερό είχε περάσει στα χέρια των Πισατών, όμως οι Ολυμπιάδες που διοργανώθηκαν τότε δεν αναγνωρίστηκαν από τους Ηλείους, δεν καταγράφηκαν στον επίσημο κατάλογο και έμειναν γνωστές ως ανολυμπιάδες. Από τους κατοίκους της Ήλιδας προέρχονταν και οι σπονδοφόροι, που ήταν επιφορτισμένοι με το καθήκον να κηρύξουν σε όλες τις ελληνικές πόλεις την ιερή εκεχειρία πριν την έναρξη των αγώνων. Τους Ολυμπιακούς αγώνες μπορούσαν να παρακολουθήσουν όλοι οι άνδρες, ακόμη και βάρβαροι και δούλοι, δικαίωμα όμως να λάβουν μέρος στα αγωνίσματα είχαν μόνο οι ελεύθεροι Έλληνες πολίτες. Ο Μακεδόνας βασιλιάς Αλέξανδρος Α΄ (498-454 π.Χ.), για να πάρει μέρος στους αγώνες, χρειάστηκε να αποδείξει ενώπιον των ελλανοδικών την ελληνική του καταγωγή. Οι ελλανοδίκες τελικά δέχτηκαν τη συμμετοχή του, αφού τους απέδειξε ότι καταγόταν από το βασιλικό γένος των Τημενιδών του Άργους. Αργότερα αναγνωρίστηκε και στους Ρωμαίους το δικαίωμα να λαμβάνουν μέρος στους αγώνες, αφού και αυτοί, με κατάλληλη ερμηνεία των μύθων, θεωρήθηκαν ελληνικής καταγωγής. Στις γυναίκες δεν επιτρεπόταν η παρακολούθηση των αγώνων, με εξαίρεση την ιέρεια της Δήμητρας Χαμύνης, η οποία παρακολουθούσε καθισμένη στο βωμό της Δήμητρας Χαμύνης, που βρισκόταν μέσα στο Στάδιο. Μια γνωστή παράβαση αυτής της αρχής είναι το επεισόδιο με την Καλλιπάτειρα από τη Ρόδο. Η Καλλιπάτειρα καταγόταν από την αθλητική οικογένεια του Διαγόρα. Όταν πέθανε ο σύζυγός της, έφερε η ίδια το γιο της, Πεισίδωρο, στους αγώνες του 396 π.Χ. και μπήκε στο στάδιο μεταμφιεσμένη σε άνδρα γυμναστή. Μετά τη νίκη του γιου της στην πυγμή, η Καλλιπάτειρα έτρεξε να τον συγχαρεί γεμάτη χαρά, όμως τότε λύθηκε το ένδυμά της και αποκαλύφθηκε η απάτη. Οι ελλανοδίκες, κατ’ εξαίρεσιν, δεν την τιμώρησαν, σεβόμενοι τη σημαντική αθλητική οικογένεια από την οποία καταγόταν. Οι κανόνες διεξαγωγής των αγώνων ήταν πολύ αυστηροί. Οι κριτές, οι ελλανοδίκες, εκπαιδεύονταν στην πόλη της Ήλιδας για να μάθουν τους κανονισμούς και να ασκηθούν στην αυστηρή τήρησή τους. Οι κανονισμοί όριζαν ότι οι αθλητές ήταν υποχρεωμένοι να παρουσιαστούν στην Ήλιδα ένα μήνα πριν τη διεξαγωγή των αγώνων και να συνεχίσουν εκεί την προπόνησή τους. Έτσι, οι ελλανοδίκες είχαν την ευκαιρία να διαπιστώσουν αν οι αθλητές πληρούσαν τα κριτήρια για να εμφανιστούν στους αγώνες της Ολυμπίας. Σε διαφορετική περίπτωση, τους απέκλειαν. Κατά τη διεξαγωγή των αγώνων, οι ελλανοδίκες δεν ανακήρυσσαν το νικητή· για την ανακήρυξη υπήρχαν άλλοι κριτές που στέκονταν, για παράδειγμα, στα σημεία τερματισμού στους αγώνες δρόμου. Οι ελλανοδίκες, καθισμένοι στο βήμα των ελλανοδικών που βρισκόταν στο νότιο πρανές του Σταδίου της Ολυμπίας, αποφάσιζαν σε περίπτωση αμφισβήτησης του αποτελέσματος, αφού άκουγαν τα επιχειρήματα των δύο πλευρών. Η κρίση τους ήταν τελεσίδικη. Οι αθλητές, αν πίστευαν ότι είχαν αδικηθεί, μπορούσαν να προσφύγουν στη Βουλή των Ηλείων, η οποία μπορούσε να τιμωρήσει τους ελλανοδίκες για άδικη κρίση, όχι όμως και να αλλάξει την απόφασή τους! Το πρόγραμμα των αγώνων Η διάρκεια των αγώνων και το πρόγραμμα των αθλημάτων διέφεραν από εποχή σε εποχή. Τα πρώτα χρόνια, όλα τα αγωνίσματα τελούνταν στη διάρκεια μιας μέρας. Καθώς όμως τα αγωνίσματα γίνονταν ολοένα περισσότερα, αλλά και οι θεατές, οι αγώνες απέκτησαν διάρκεια περισσότερων ημερών. Οι πληροφορίες των πηγών μάς επιτρέπουν να περιγράψουμε τη διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων τον 4ο αι. π.Χ., εποχή κατά την οποία η γιορτή διαρκούσε πέντε μέρες. Την πρώτη ημέρα των αγώνων έφτανε από την Ήλιδα η επίσημη πομπή, που αποτελούνταν από τους κριτές, τους άρχοντες της Ήλιδας, τους επίσημους αντιπροσώπους των πόλεων, τους αθλητές και τους γυμναστές τους. Οι αθλητές, αλλά και οι συγγενείς τους, έδιναν όρκο στο Βουλευτήριο, μπροστά στο φοβερό άγαλμα του Όρκιου Δία, ότι προπονήθηκαν σύμφωνα με τους κανονισμούς και ότι θα τηρήσουν κατά γράμμα τους κανόνες των αγώνων. Τη μέρα αυτή δεν διεξάγονταν αγωνίσματα, εκτός από τον αγώνα των σαλπιγκτών και των κηρύκων, που από το 396 π.Χ. τελούνταν την πρώτη μέρα, καθώς είχε και μια πρακτική χρησιμότητα: αναδεικνύονταν οι καλύτεροι σαλπιγκτές και κήρυκες, που θα σάλπιζαν τα παραγγέλματα και θα ανήγγελλαν τους νικητές τις επόμενες μέρες. Η πρώτη ημέρα τελείωνε με τις θυσίες που έκαναν στους θεούς οι αντιπροσωπείες των πόλεων, αλλά και οι αθλητές, επιδιώκοντας την εύνοια του θεού στη διάρκεια των αγώνων. Τη δεύτερη μέρα, με την ανατολή του ήλιου, διεξάγονταν τα αγωνίσματα των παιδιών στο στάδιο. Την τρίτη μέρα διεξάγονταν στον ιππόδρομο οι ιπποδρομίες και οι αρματοδρομίες, και το απόγευμα στο στάδιο το πένταθλο των ανδρών. Η τέταρτη μέρα ξεκινούσε με την τέλεση θυσιών στο βωμό του Δία. Η πρώτη και μεγαλύτερη θυσία προερχόταν από τους κατοίκους της Ήλιδας, που θυσίαζαν 100 βόδια. Ακολουθούσαν οι θυσίες από κατοίκους των άλλων πόλεων, που είχαν έρθει με τις αντιπροσωπείες τους. Αυτή η μέρα ήταν αφιερωμένη στα αγωνίσματα των ανδρών. Πρώτα διεξάγονταν τα αγωνίσματα δρόμου, έπειτα η πάλη, η πυγμή, το παγκράτιο και τέλος το αγώνισμα του οπλίτη δρόμου. Κάθε αθλητής που ανακηρυσσόταν νικητής έπαιρνε ένα κλαδί φοίνικα, ενώ οι συγγενείς και οι φίλοι τού έδεναν κόκκινες υφασμάτινες ταινίες, σημάδι της νίκης. Την τελευταία μέρα, οι νικητές προσέρχονταν με το κλαδί αυτό στην επίσημη ανακήρυξή τους ενώπιον του Δία. Ο κήρυκας φώναζε ένα ένα τα ονόματα των νικητών, τα πατρώνυμα και την πόλη προέλευσής τους, και ο πρεσβύτερος των ελλανοδικών στεφάνωνε τους νικητές με τον κότινο, το στεφάνι που ήταν φτιαγμένο από τα φύλλα της καλλιστεφάνου ελαίας, μιας ελιάς η οποία βρισκόταν κοντά στο ναό του Δία. Το μεσημέρι της ίδιας μέρας, οι Ηλείοι παρέθεταν γεύμα για τους νικητές των αγωνισμάτων στο Πρυτανείο. Το βράδυ, πλούσιοι νικητές ή φίλαθλοι παρέθεταν γεύματα για το κοινό. Η εξέλιξη του αθλητισμού Η γύμναση και τα αθλήματα αποτελούσαν μέρος της βασικής εκπαίδευσης των νέων σε όλες τις πόλεις της Ελλάδας. Γυμνάσια και παλαίστρες βρίσκονταν σε όλες τις αρχαίες πόλεις, κτήρια που εξυπηρετούσαν όχι μόνο τη φυσική άθληση, αλλά και την πνευματική καλλιέργεια. Από τους νέους αυτούς προέρχονταν και οι αθλητές που έπαιρναν μέρος στους Ολυμπιακούς αγώνες, τουλάχιστον κατά τα αρχαϊκά και τα κλασικά χρόνια. Ήταν, δηλαδή, ερασιτέχνες αθλητές, που αγωνίζονταν για την ηθική επιβράβευση. Με την πάροδο των χρόνων, όμως, η διεκδίκηση της νίκης επέφερε αλλαγές στην ιδεολογία των αγώνων. Ήδη από την Κλασική περίοδο, οι αθλητές άρχισαν να επιδίδονται σε μονόπλευρη άσκηση και δίαιτα, όχι για να γυμναστούν ολόπλευρα, αλλά για να μπορούν να νικήσουν στο άθλημα στο οποίο θα αγωνίζονταν (όπως θα λέγαμε με σημερινούς όρους, επιδίωκαν τον πρωταθλητισμό). Την αλλαγή αυτή στα ιδανικά του αθλητισμού στιγμάτισαν και πολλοί αρχαίοι συγγραφείς, με αποκορύφωμα τον Ευρυπίδη, που έφτασε στο σημείο να πει: «Από τις μύριες συμφορές που υπάρχουν στην Ελλάδα, δεν υπάρχει χειρότερη από το γένος των αθλητών». Παρότι ήδη από τον 6ο αι. π.Χ. οι διανοούμενοι της εποχής επέκριναν τη μονόπλευρη προβολή της σωματικής ρώμης, υποστηρίζοντας ότι προτεραιότητα πρέπει να δίνεται στην καλλιέργεια του πνεύματος, ο κόσμος δεν έπαψε ποτέ να λατρεύει τους αθλητές και να πλάθει ιστορίες για τα κατορθώματά τους. Καθώς άλλωστε οι αγώνες σταδιακά αυτονομούνταν από τη λατρεία και εξελίσσονταν σε προσφιλές θέαμα, πολλές πόλεις άρχισαν να διοργανώνουν αγώνες τοπικής εμβέλειας. Στην προσπάθειά τους να προσελκύσουν σπουδαίους αθλητές για να προσφέρουν θέαμα στους πολίτες, έδιναν ως βραβεία πλουσιοπάροχα δώρα και χρήματα (χρηματίτες αγώνες). Ο πυγμάχος Απολλώνιος από την Αλεξάνδρεια αποκλείστηκε από τη 218η ολυμπιάδα (93 μ.Χ.) γιατί δεν έφτασε στην Ήλιδα στην προκαθορισμένη ημερομηνία. Εκείνος προέβαλε ως επιχείρημα ότι τον εμπόδισε θαλασσοταραχή στα νησιά των Κυκλάδων, όμως ο αντίπαλός του, Ηρακλείδης, απέδειξε στους ελλανοδίκες ότι είχε καθυστερήσει για να πάρει μέρος σε αγώνες της Ιωνίας όπου μάζευε χρήματα. Όλα αυτά συνέτειναν στη δημιουργία επαγγελματιών αθλητών. Οι αθλητές αυτοί περιφέρονταν σε διάφορες αθλητικές διοργανώσεις, διεκδικώντας τα χρηματικά έπαθλα, αλλά και κάνοντας επιδείξεις της δύναμής τους σε διάφορες πόλεις. Ενώ ποτέ δεν απαγορεύτηκε στους ερασιτέχνες να παίρνουν μέρος στους αγώνες, η παρουσία των επαγγελματιών αθλητών αποθάρρυνε τη συμμετοχή όσων δεν είχαν τη δυνατότητα να επενδύσουν χρόνο και χρήμα στην εκγύμνασή τους. Η τάση αυτή ολοκληρώθηκε στα ελληνιστικά και τα ρωμαϊκά χρόνια, όταν οι αθλητές είχαν οργανωθεί σε επαγγελματικούς συλλόγους, που χρηματοδοτούσαν τη συμμετοχή των καλύτερων μελών τους στους αγώνες. Αθλητισμός και γυναίκες Οι γυναίκες αποκλείονταν από τη συμμετοχή στα αγωνίσματα, αλλά και την παρακολούθηση των αγώνων. Εξαίρεση αποτελούσαν, όπως είδαμε, τα ιππικά αγωνίσματα, στα οποία και οι γυναίκες μπορούσαν να λάβουν μέρος ως ιδιοκτήτες αλόγων. Όμως, οι γυναίκες δεν ήταν αποκομμένες από τον αθλητισμό γενικά – χαρακτηριστικό παράδειγμα οι Σπαρτιάτισσες νέες, που φοιτούσαν στα γυμνάσια μαζί με τους νέους, και αθλούνταν εξίσου σκληρά. Στην Ολυμπία υπήρχε χωριστή διοργάνωση, τα Ηραία, όπου συμμετείχαν μόνο γυναίκες. Τα Ηραία τελούνταν και αυτά κάθε 4 χρόνια, ήταν όμως τελείως ανεξάρτητα από τους Ολυμπιακούς αγώνες. Κατά το πρότυπο των Ολυμπιακών αγώνων, που λεγόταν ότι τους είχε ιδρύσει ο Πέλοπας προς τιμήν του Δία, τα Ηραία λεγόταν πως τα είχε ιδρύσει η γυναίκα του Πέλοπα, Ιπποδάμεια, προς τιμήν της θεάς Ήρας. Οι νέες αγωνίζονταν σε αγώνα δρόμου 500 ποδών (αντί 600, που ήταν η απόσταση στους Ολυμπιακούς αγώνες για τους άνδρες αθλητές). Ολυμπιάδες και χρονολογικά συστήματα Στα αρχαϊκά και τα κλασικά χρόνια, κάθε πόλη-κράτος είχε το δικό της χρονολογικό σύστημα, βασισμένο στην εναλλαγή των τοπικών αρχόντων και των ιερέων. Οι Ηλείοι χρησιμοποιούσαν ως χρονολογικό σύστημα τη διαδοχή των Ολυμπιάδων. Ολυμπιάδες ονόμαζαν τα διαστήματα των τεσσάρων χρόνων που μεσολαβούσαν μεταξύ δύο διοργανώσεων. Σε αυτές είχαν δώσει αύξοντες αριθμούς, ξεκινώντας από το 776 π.Χ., αλλά τις ονομάτιζαν και από τους ολυμπιονίκες, κυρίως τους σταδιονίκες, αφού ο αγώνας σταδίου ήταν το μοναδικό άθλημα στις 13 πρώτες Ολυμπιάδες. Αυτό το σύστημα χρονολόγησης ίσχυε αρχικά μόνο στην περιοχή της Ολυμπίας. Βαθμιαία, όμως, αυτός ο τρόπος χρονολόγησης διαδόθηκε και στην υπόλοιπη Ελλάδα, αφού είχε το πλεονέκτημα να στηρίζεται στους Ολυμπιακούς αγώνες, γεγονότα με πανελλήνια διάσταση. Από τον 3ο αι. π.Χ., η χρονολόγηση των γεγονότων με βάση τις Ολυμπιάδες (για παράδειγμα, στο 2ο έτος της 140ής Ολυμπιάδας) έγινε ο επικρατέστερος. Κατ’ αυτό τον τρόπο τοποθετεί χρονολογικά τα γεγονότα και ο περιηγητής Παυσανίας, που επισκέφτηκε την Ολυμπία το 2ο αι. μ.Χ. Ήδη από την αρχαιότητα, εκτός από τον κατάλογο των ολυμπιονικών που τηρούσαν οι Ηλείοι στο Βουλευτήριο της Ολυμπίας, είχαν γίνει προσπάθειες καταγραφής των ολυμπιονικών και των Ολυμπιάδων και συσχέτισής τους με σημαντικά ιστορικά γεγονότα. Από τις καταγραφές αυτές σώθηκαν έως τις μέρες μας μόνο τα στοιχεία που ο εκκλησιαστικός συγγραφέας Ευσέβιος συμπεριέλαβε στο έργο του Ιστορία (4ος αι. μ.Χ.). Ο ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΛΛΑΔΑ Η αναδιοργάνωση του αθλητισμού και της φυσικής αγωγής, με την ίδρυση του ελληνικού κράτους το 1821, έρχεται μετά από μια μεγάλη περίοδο παρακμής κατά τη διάρκεια των βυζαντινών χρόνων και της τουρκοκρατίας, ειδικά αν συγκριθεί με την περίοπτη θέση του αθλητισμού στη ζωή και στον πολιτισμό των αρχαίων Ελλήνων. Η ρωμαϊκή περίοδος και το Βυζάντιο Τα πρώτα σημάδια παρακμής του αθλητισμού εμφανίστηκαν κατά την περίοδο της ρωμαϊκής κατοχής. Ο επαγγελματισμός, η εισαγωγή αιμοχαρών θεαμάτων (μονομαχίες, θηριομαχίες), η αποδυνάμωση του θρησκευτικού συναισθήματος υποβάθμισαν το επίπεδο των αγώνων. Η εμφάνιση του χριστιανισμού, που ταύτισε τους αγώνες και τον αθλητισμό με τη λατρεία του Δωδεκάθεου, έδωσε το οριστικό χτύπημα. Το 393 μ.Χ. ο Μέγας Θεοδόσιος κατήργησε με διάταγμά του τους πανελλήνιους αγώνες. Βέβαια, τα αθλητικά θεάματα δεν σταμάτησαν, όμως κυρίαρχη θέση είχαν τα αγωνίσματα του ιππόδρομου, τα ιππικά αγωνίσματα και οι αρματοδρομίες, σαφές κατάλοιπο των ρωμαϊκών παραδόσεων. Η εκπαίδευση στα χρόνια του Βυζαντίου ήταν ιδιωτική και βρισκόταν υπό τον έλεγχο της Εκκλησίας και των μοναστηριών. Η αντίληψη που έβλεπε το σώμα ως φυλακή της ψυχής –έστω κι αν αφορούσε το πιο φανατικό κομμάτι των μοναχών– έπαιξε ρόλο στην υποβάθμιση της φυσικής αγωγής. Από την άλλη πλευρά, είναι πολλές οι αναφορές Βυζαντινών λογίων στη γύμναση με σκοπό τη διατήρηση της υγείας. Οι αθλητικές δραστηριότητες δεν σταμάτησαν, αφού ούτε τα αυτοκρατορικά διατάγματα ούτε οι σκοταδιστικές θρησκευτικές αντιλήψεις ούτε η καταστροφή των αθλητικών χώρων κατάφεραν να σβήσουν τη διάθεση του λαού για άθληση. Από πολλές πηγές μαθαίνουμε ότι αγαπημένα αγωνίσματα των Βυζαντινών ήταν το άλμα, ο σφαιρισμός, η τοξοβολία, η ιππασία, η πάλη, η άρση βαρών, το τζυκάνιον (ένα άθλημα που μοιάζει με το σημερινό έφιππο πόλο) κ.ά. Στο ακριτικό έπος του Διγενή, ο ήρωας στο ψυχορράγημά του καυχιέται ότι «κανείς δεν ήταν σαν κι αυτόν στης αντρειάς τη χάρη, στο πάλεμα, στο τρέξιμο, στο πήδος, στο κοντάρι», τα οποία είναι αγωνίσματα του αρχαίου πεντάθλου. Στα τελευταία χρόνια του Βυζαντίου και υπό την την επίδραση των Φράγκων ιπποτών αναπτύχθηκαν αγωνίσματα στρατιωτικής φύσης, όπως οι μονομαχίες και οι ομαδικοί ιππικοί αγώνες. Ο αθλητισμός στα χρόνια της τουρκοκρατίας Οι κοινωνικές, οικονομικές, πολιτικές συνθήκες στα χρόνια της σκλαβιάς δεν επέτρεπαν την ανάπτυξη της φυσικής αγωγής και της άθλησης. Οι επιδόσεις των Ελλήνων στα αγωνίσματα όμως δεν σταμάτησαν, αλλά συνδέθηκαν με τις ανάγκες του αγώνα για την αποτίναξη του τούρκικου ζυγού. Από τα δημοτικά τραγούδια μαθαίνουμε ότι οι κλέφτες στη σκόλη τους αγωνίζονταν, και τα πιο δημοφιλή αθλήματα ήταν το άλμα (πήδημα), απλό ή στα τρία, ο δρόμος (πιλάλα), το πάλεμα, το λιθάρι, η σκοποβολή. Μάλιστα ο θρύλος έντυσε με υπερβολικά κατορθώματα ορισμένους ήρωες, όπως τον Οδυσσέα Ανδρούτσο (πέρναγε άλογο στο τρέξιμο), τον Νικοτσάρα (πηδούσε πάνω από εφτά άλογα στη σειρά) κ.ά. Σε όλο τον ελληνικό χώρο τις ημέρες των εορτών οργανώνονταν αγώνες ανάμεσα στους νέους, στο τρέξιμο, στο άλμα, στο λιθάρι και στις ιπποδρομίες. Η λαϊκή παράδοση αναφέρει ότι τέτοιοι αγώνες γίνονταν στον Πόντο, στη Θράκη, στη Θεσσαλία, στη Στερεά και στην Πελοπόννησο. Ο αθλητισμός από την ίδρυση του ελληνικού κράτους Τα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση οι δύσκολες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, καθώς και οι έριδες που επικράτησαν, δεν επέτρεπαν να γίνει λόγος για αθλητισμό και φυσική αγωγή. Οι οργανωτές της παιδείας, διαποτισμένοι από το πνεύμα του λογιωτατισμού, έθεταν ως μοναδικό σκοπό της εκπαίδευσης τη μάθηση και τη θρησκευτική αγωγή και, έτσι, η γυμναστική δεν έβρισκε θέση στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Όμως στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης η γυμναστική είχε μισό αιώνα ζωής και ήταν ενταγμένη στα παιδαγωγικά συστήματα. Έτσι, στο διάταγμα της αντιβασιλείας του Όθωνα, στις 6 Φεβρουαρίου 1834, «Περί δημοτικών σχολείων», προβλεπόταν να γίνονται σωματικές ασκήσεις δύο φορές την εβδομάδα, εκτός προγράμματος, μετά τις τελευταίες ώρες ή το απόγευμα. Η παντελής έλλειψη Ελλήνων δασκάλων γυμναστικής ανάγκασε την κυβέρνηση να καλέσει από τη Βαυαρία το Γερμανό γυμναστή Κορκ, ο οποίος ανέλαβε να διευθύνει και το πρώτο γυμναστήριο που φτιάχτηκε στο Ναύπλιο, την τότε πρωτεύουσα του κράτους. Την ίδια εποχή έφτασε στην Ελλάδα ο Έλληνας παιδαγωγός και γυμναστής Γεώργιος Παγών, ο οποίος είχε σπουδάσει στη Γερμανία. Οι δυο τους, μαζί με τον επίσης Γερμανό γυμναστή Ότεντορφ, αποτέλεσαν τους εισηγητές του γερμανικού συστήματος φυσικής αγωγής, που είχε έντονα στοιχεία στρατιωτικής εκγύμνασης. Η προσπάθεια με το γυμναστήριο απέτυχε, ο Κορκ έφυγε για τη Γερμανία, ενώ ο Παγών ήρθε στην Αθήνα και το 1837 τύπωσε το πρώτο ελληνικό βιβλίο για τη γυμναστική με τίτλο Περίληψη της γυμναστικής. Την ίδια χρονιά, με σχετικό διάταγμα (25 Ιανουαρίου 1837), η κυβέρνησε μελέτησε τη σύσταση και πραγματοποίηση αθλητικών αγώνων, όπου αναφέρονταν ως αγωνίσματα η ιπποδρομία, ο δρόμος, ο δίσκος, το άλμα, το ακόντιο, οι εθνικοί χοροί και άλλα γυμνάσματα. Όσον αφορά τον εξωσχολικό αθλητισμό, την εποχή αυτή ήταν τελείως ανύπαρκτος. Εκτός από την ίδρυση ενός γυμναστηρίου ιππασίας και ξιφασκίας με δαπάνη του Ν. Νέγρη και ενός γυμναστηρίου από τη βασίλισσα Αμαλία, δεν υπήρξε καμία άλλη κίνηση. Το 1838 ο δήμος Λετρινών στην Ηλεία αποφάσισε την ανασύσταση των Ολυμπιακών αγώνων στην επέτειο της 25ης Μαρτίου, κάτι που δεν έγινε τελικά. Η ιδέα όμως της αναβίωσης των Ολυμπιακών αγώνων είχε αρχίσει να συζητιέται στους πολιτικούς και οικονομικούς κύκλους της Αθήνας. Το 1858 ο Ηπειρώτης Ευάγγελος Ζάππας, ο οποίος ήταν εγκατεστημένος στη Ρουμανία, πρότεινε στον Όθωνα την αναβίωση των Ολυμπιακών αγώνων με δικές του δαπάνες. Τελικά, με παρέμβαση του υπουργού Εξωτερικών Αλ. Ραγκαβή αποφασίστηκε η τέλεση μιας έκθεσης αγροτικών και βιομηχανικών προϊόντων και, παράλληλα με αυτή, η διοργάνωση αθλητικών αγώνων με την επωνυμία Ολύμπια. Τα Α’ Ολύμπια πραγματοποιήθηκαν στις 15 Νοεμβρίου 1859 στην πλατεία Λουδοβίκου (σημερινή πλατεία Δημαρχείου) αντί του Σταδίου όπως όριζε το διάταγμα. 20.000 θεατές παρακολούθησαν τους αγώνες, οι αγώνες όμως απέτυχαν παταγωδώς εξαιτίας της έλλειψης καλά προετοιμασμένων αθλητών, της ακατάλληλης τοποθεσίας, της ανικανότητας των υπευθύνων των αγώνων. Η προσπάθεια ωστόσο συνεχίστηκε. Στις 15 Νοεμβρίου 1870, στο πρόχειρα διαμορφωμένο αρχαίο στάδιο των Παναθηναίων, στο λόφο του Αρδηττού, πραγματοποιήθηκαν τα Β’ Ολύμπια, που, χάρη στις προσπάθειες των γυμναστών Ιωάννη Φωκιανού και Νικολάου Πύργου, σημείωσαν εξαιρετική επιτυχία. Υπήρχαν χρηματικά βραβεία για τους νικητές, τα οποία συνοδεύονταν από κλαδί ελιάς ή δάφνης, ενώ οι αθλητές ήταν καλύτερα προετοιμασμένοι. Ο θεσμός συνεχίστηκε και τα επόμενα χρόνια, και, έτσι, αγώνες έγιναν στις 18 Μαΐου 1874, στις 4-5 Μαΐου 1889, στις 19 Μαΐου 1890 και στις 30-31 Μαΐου 1891. Οι αγώνες αυτοί συνοδεύτηκαν από μια γενικότερη αναζωπύρωση της αθλητικής κίνησης. Το 1840 ιδρύθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου ο πρώτος αθλητικός σύλλογος, ο Γυμναστικός Σύλλογος Ερμούπολης, ενώ λίγα χρόνια αργότερα δημιουργήθηκε και το πρώτο γυμναστήριο στην πόλη. Το 1862 εισήχθη στο πανεπιστήμιο η οπλασκία, ως αποτέλεσμα της στρατιοτικοποίησης της εκπαίδευσης και της άποψης που έβλεπε τη σχολική γυμναστική ως προστάδιο της στρατιωτικής θητείας. Το ίδιο έτος ιδρύθηκε το Βασιλικό Γυμναστήριο, κοντά στο Πτωχοκομείο, με διευθυντή τον Γ. Παγών. Το 1870 ιδρύθηκε το Κεντρικό Δημόσιο Γυμναστήριο, κοντά στο Ζάππειο Μέγαρο, με πρώτο διευθυντή τον Ελβετό γυμναστή Λ. Μπορέλ, θιασώτη του ελβετικού συστήματος, που προσιδιάζει στη σημερινή αγωνιστική γυμναστική, με τη χρήση φορητών οργάνων. Το 1875 τον διαδέχτηκε ο Ιωάννης Φωκιανός, που θεωρείται ο πατέρας της ελληνικής γυμναστικής. Με προσπάθειες του Φωκιανού η γυμναστική έγινε υποχρεωτικό μάθημα με βαθμό, με νομοθετικό διάταγμα, το 1878. Έτσι, δημιουργήθηκαν αρκετά σχολικά γυμναστήρια, αγοράστηκαν αθλητικά όργανα, και οι ώρες της γυμναστικής αυξήθηκαν σε τρεις την εβδομάδα. Το 1884 με βασιλικό διάταγμα ιδρύθηκε η Προσωρινή Σχολή Γυμναστών, με σκοπό τη βελτίωση του επιπέδου των δασκάλων γυμναστικής που μέχρι τότε ήταν στην πλειοψηφία τους στρατιωτικοί. Το 1893 η σχολή αντικαταστάθηκε από την Ειδική Σχολή Γυμναστών, διετούς φοίτησης, από την οποία αποφοίτησε, ανάμεσα σε άλλους, και ο Ιωάννης Χρυσάφης, ο αναμορφωτής της ελληνικής γυμναστικής. Ο Χρυσάφης μετεκπαιδεύτηκε στη Σουηδία και ήταν αυτός που εφάρμοσε από το 1902 το σύστημα σουηδικής γυμναστικής που είχε επινοήσει ο θεολόγος Περ Λινγκ. Η πλούσια αυτή αθλητική κίνηση είχε ως αποτέλεσμα την ίδρυση των πρώτων αθλητικών συλλόγων στην ανεξάρτητη Ελλάδα και σε άλλες περιοχές όπου υπήρχε ισχυρή παρουσία του ελληνισμού. Το 1877 ιδρύθηκε στην Κωνσταντινούπολη ο σύλλογος Ερμής, το 1883 ο Αθηναϊκός Γυμναστικός Σύλλογος, και το 1884 ο Νικόλαος Πύργος, γυμναστής και μετέπειτα ολυμπιονίκης στην οπλομαχητική το 1896, ίδρυσε τον Αθλητικό Σύλλογος με γυμναστήριο στον κήπο Γερανίου, κοντά στην πλατεία Κλαυθμώνος. Το 1885 ιδρύθηκε ο Όμιλος Ερετών, ένας σπουδαίος ναυτικός σύλλογος. Το 1890 ιδρύθηκε στη Σμύρνη ο Ορφέας, που το 1898 μετονομάστηκε σε Πανιώνιο Γυμναστικό Σύλλογο. Το 1891 δημιουργήθηκε ο Πανελλήνιος Γυμναστικός Σύλλογο, ενώ το 1893 ομάδα αθλητών που αποχώρησε από τον Πανελλήνιο ίδρυσε τον Εθνικό Γυμναστικό Σύλλογο. Το 1891 ιδρύθηκε στην Πάτρα ο Παναχαϊκός, το 1892 η Ολύμπια στη Λεμεσό της Κύπρου, ο Ηρακλής στη Θεσσαλονίκη, ο Απόλλων στη Σμύρνη, οι Πεζοπόροι στον Πειραιά, ο Γυμναστικός Σύλλογος Κέρκυρας, καθώς και άλλοι σύλλογοι, στη Σπάρτη, στον Πύργο, στην Πάτρα και στη Θεσσαλονίκη. Η άνθηση του αθλητισμού είχε να κάνει, βέβαια, με το γεγονός ότι η χώρα βρισκόταν σε περίοδο προετοιμασίας για τους Ολυμπιακούς αγώνες του 1896. Μια ιδιαίτερη περίπτωση στα αθλητικά δρώμενα της χώρας ήταν οι πλανόδιοι αθλητές, παλαιστές και ακροβάτες, που εκτελούσαν τις ασκήσεις τους σε λαϊκές γιορτές και πανηγύρια. Ήταν μια παράδοση που είχε τις ρίζες της στους χρόνους της αρχαίας Ελλάδας, όπου υπήρχαν αντίστοιχα θεάματα. Κατά τη διάρκεια του 19ου και του 20ού αιώνα τέτοιοι «αθλητές», όπως ο Κουταλιανός, ο Λόντος, ο Λαμπράκης και άλλοι, έγιναν διάσημοι για τα κατορθώματά τους. Οι Ολυμπιακοί αγώνες του 1896 Η ιδέα της αναβίωσης των Ολυμπιακών αγώνων, όχι πια ως εθνική προσπάθεια αλλά ως μια κίνηση με διεθνείς διαστάσεις, ανήκει στο Γάλλο βαρόνο Πιερ ντε Κουμπερτέν. Στις 23 Ιουνίου 1894, σε διεθνές συνέδριο με τη συμμετοχή αντιπροσώπων από την Ελλάδα, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ολλανδία, τη Σουηδία, τη Μεγάλη Βρετανία, τις ΗΠΑ, την Αυστραλία, το Βέλγιο, την Ισπανία, την Ουγγαρία, τη Βοημία και τη Ρωσία, αποφασίστηκε η ανασύσταση των αγώνων. Αντιπρόσωπος της Ελλάδας στο συνέδριο ήταν ο λογοτέχνης Δημήτριος Βικέλας, ο οποίος πρότεινε να διεξαχθεί η πρώτη σύγχρονη Ολυμπιάδα στην Αθήνα, το 1896, πρόταση η οποία έγινε δεκτή. Στο συνέδριο αποφασίστηκε επίσης η συγκρότηση επιτροπής, με τον τίτλο Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή, η οποία θα επόπτευε τους αγώνες. Πρόεδρός της ορίστηκε ο Βικέλας με γενικό γραμματέα τον Κουμπερτέν. Οι δυο τους συνάντησαν στην αρχή τεράστιες δυσκολίες και αντιδράσεις και στην Ευρώπη και στην Ελλάδα. Η αρνητική στάση του πρωθυπουργού Τρικούπη οδήγησε στην πτώση του και στην αντικατάστασή του από τον Δεληγιάννη. Η οικονομική βάση για τη διοργάνωση των αγώνων εξασφαλίστηκε με τη συγκέντρωση χρημάτων από εράνους, από έσοδα του αναμνηστικού γραμματοσήμου, ενώ την ανακατασκευή του Παναθηναϊκού Σταδίου ανέλαβε ο Γεώργιος Αβέρωφ, ο οποίος έδωσε για το σκοπό αυτό 920.000 χρυσές λίρες. Για τη συγκρότηση της ελληνικής ομάδας έγιναν προκριματικοί αγώνες στην Αθήνα στις 9-10 Μαρτίου 1896 και στην Τήνο στις 15 Αυγούστου 1896. Οι πρώτοι σύγχρονοι Ολυμπιακοί αγώνες διεξήχθησαν από τις 25 Μαρτίου έως τις 3 Απριλίου 1896 με τη συμμετοχή 285 αθλητών από 13 χώρες. Η ελληνική ομάδα κέρδισε 10 χρυσά μετάλλια, 18 αργυρά και 16 χάλκινα. Περίφημη έμεινε η νίκη που πέτυχε ο Σπύρος Λούης, ένας νερουλάς από το Μαρούσι, στο μαραθώνιο δρόμο, ο οποίος καθιερώθηκε ως ανάμνηση της ιστορικής διαδρομής του Φειδιππίδη από το Μαραθώνα στην Αθήνα, μετά τη νίκη των Αθηναίων στη μάχη με τους Πέρσες. Η νίκη του Λούη γιορτάστηκε για μέρες και ο ίδιος έμεινε στη συνείδηση του λαού ως ήρωας. Στους αγώνες ακούστηκε για πρώτη φορά ο Ολυμπιακός ύμνος σε στίχους του Κωστή Παλαμά και μουσική του Σπύρου Σαμαρά. Τα ολυμπιακά μετάλλια είχαν σχεδιαστεί από το Γάλλο γλύπτη Ζιλ Σαπλέν, τα αναμνηστικά μετάλλια από τον Νικηφόρο Λύτρα και τα διπλώματα από τον Νικόλαο Γύζη. Η πετυχημένη διοργάνωση των Ολυμπιακών αγώνων έδωσε μεγάλη ώθηση στην ανάπτυξη του αθλητισμού στη χώρα μας. Περισσότεροι άνθρωποι άρχισαν να ασχολούνται με τον αθλητισμό, νέα σωματεία δημιουργήθηκαν, καθιερώθηκαν πολλοί τοπικοί αγώνες, αλλά και πανελλήνιοι αγώνες, με ευθύνη της Επιτροπής Ολυμπιακών Αγώνων. Tο 1897 συνήλθε στην Aθήνα το A’ αθλητικό συνέδριο, και οι αντιπρόσωποι των 28 αθλητικών σωματείων που συμμετείχαν ίδρυσαν τον ΣEΑΓΣ (που αργότερα μετονομάστηκε σε ΣΕΓΑΣ). Στον ΣEΑΓΣ εντάχθηκαν σωματεία που λειτουργούσαν στο ανεξάρτητο ελληνικό κράτος, καθώς και σωματεία που λειτουργούσαν στην Kωνσταντινούπολη, στη Mικρά Aσία, στην Aίγυπτο και στην Aμερική. Στην αρχή ο ΣEΑΓΣ συνένωνε τα σωματεία σε κάθε είδους αγώνισμα ή αθλοπαιδιά. Στη συνέχεια, με τη δημιουργία των επιμέρους ομοσπονδιών για κάθε άθλημα, ο ΣEΓAΣ μετατράπηκε σε ομοσπονδία του κλασικού αθλητισμού. Oι επόμενες Oλυμπιάδες δεν είχαν την επιτυχία της πρώτης το 1896. Στο Παρίσι, το 1900, και στο Σεντ Λούις, το 1904, οι αγώνες πραγματοποιήθηκαν παράλληλα με τις εμπορικές εκθέσεις των δύο πόλεων, και είχαν υποβαθμισμένο χαρακτήρα. Στο Παρίσι μάλιστα χαρακτηρίστηκαν ως Διεθνές Πρωτάθλημα της Παγκόσμιας Έκθεσης των Παρισίων. Στους αγώνες του Σεντ Λούις αξιοσημείωτο είναι ότι για πρώτη φορά έγιναν, εκτός προγράμματος, αγώνες παιδιών με ειδικές ανάγκες. H ελληνική συμμετοχή και στις δύο Oλυμπιάδες ήταν υποβαθμισμένη. Οι διακρίσεις αφορούσαν την πρώτη θέση του Περικλή Kακούση στην άρση βαρών με δύο χέρια (υπήρχε το ίδιο αγώνισμα με ένα χέρι), και την τρίτη θέση του Νικόλαου Γεωργαντά στη δισκοβολία. Mπροστά στον κίνδυνο κατάρρευσης των θεσμών ο Kουμπερτέν αποδέχθηκε την πρόταση διοργάνωσης των B’ Διεθνών Oλυμπιακών Aγώνων, το 1906, στην Aθήνα με αφορμή τα 10 χρόνια από την αναβίωση των αγώνων. H διοργάνωση αυτή ονομάστηκε Mεσολυμπιάδα και δεν περιλαμβάνεται στην αρίθμηση των Oλυμπιακών αγώνων. Ήταν ταυτόχρονα μια απόπειρα των Eλλήνων να πείσουν τον υπόλοιπο κόσμο ότι η Aθήνα θα έπρεπε να είναι μόνιμος τόπος διεξαγωγής των αγώνων. Oι αγώνες αυτοί σημείωσαν εξαιρετική επιτυχία. Πήραν μέρος 917 αθλητές από 20 χώρες και οι Έλληνες αθλητές κέρδισαν 9 χρυσά μετάλλια, 22 αργυρά και 14 χάλκινα. H Δ’ Oλυμπιάδα πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο του 1908 και έδωσε νέα ώθηση στο θεσμό. H ύπαρξη σταδίου, κάτι που έλειπε το 1900 και 1904, διευκόλυνε τους αγώνες. Oι Έλληνες κέρδισαν 3 αργυρά μετάλλια με τον K. Tσικλητήρα (2) στο άλμα σε μήκος άνευ φοράς και στο άλμα σε ύψος άνευ φοράς, και τον M. Δόριζα στον ακοντισμό, και ένα χάλκινο με τον Aθ. Mεταξά στη σκοποβολή κατά πήλινων δίσκων. Στους Ε’ Oλυμπιακούς Aγώνες το 1912, στη Στοκχόλμη, πήραν μέρος 1.275 αθλητές. Xτίστηκε νέο στάδιο και έγινε άριστη προετοιμασία. Παράλληλα πραγματοποιήθηκαν και καλλιτεχνικά αγωνίσματα (μουσική, ζωγραφική, γλυπτική κ.ά.). O K. Tσικλητήρας διακρίθηκε και πάλι με ένα χρυσό μετάλλιο στο άλμα σε μήκος άνευ φοράς και ένα χάλκινο στο άλμα σε ύψος άνευ φοράς. H επόμενη Oλυμπιάδα του 1916 αναβλήθηκε εξαιτίας του A’ Παγκοσμίου πολέμου. Στις Oλυμπιάδες που διεξήχθησαν ανάμεσα στους δύο παγκοσμίους πολέμους η ελληνική παρουσία δεν ήταν ιδιαίτερα πετυχημένη. Tο 1920, στην Aμβέρσα του Bελγίου, η ελληνική ομάδα σκοποβολής με μέλη τους A. Bρανόπουλο, A. και I. Θεοφιλάκη, Γ. Mωραϊτίνη, I. Σάππα και Γ. Bαφειάδη κατέλαβε τη δεύτερη θέση στη βολή με περίστροφο από 30 μ. και την τέταρτη στη βολή με περίστροφο από 50 μ. Στο Λος Άντζελες, το 1932, δεν υπήρξαν μετάλλια για την Ελλάδα. Διακρίθηκαν μόνο δύο παλαιστές: ο Γ. Zερβίνης κατετάγη 5ος στα 56 κιλά της ελληνορωμαϊκής και της ελευθέρας, ενώ ο I. Φαρμακίδης κατετάγη επίσης 5ος στα 61 κιλά της ελευθέρας. O ελληνικός αθλητισμός το πρώτο μισό του 20ού αιώνα Oι συνεχείς πολεμικές αναμετρήσεις (Bαλκανικοί πόλεμοι, Α’ Παγκόσμιος πόλεμος και μικρασιατική εκστρατεία), καθώς και η Mικρασιατική Καταστροφή, η πολιτική αστάθεια, η δικτατορία του Mεταξά και οι γενικότερες κοινωνικές, οικονομικές επιπτώσεις επέδρασαν αρνητικά στην εξέλιξη του αθλητισμού. Eίναι χαρακτηριστικό πως πολλοί σπουδαίοι αθλητές σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια των πολέμων. Όμως, παρ’ όλα αυτά, υπήρξαν βήματα για την προώθηση της φυσικής αγωγής και του αθλητισμού. O νόμος 2621 του 1899 υπήρξε θεμέλιος λίθος για τη φυσική αγωγή του 20ού αιώνα και αποτέλεσε το βασικό πλαίσιο μέχρι το 1975. Προέβλεπε ανάμεσα στα άλλα τη γυμναστική ως υποχρεωτικό μάθημα σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, την ίδρυση γυμναστηρίου σε κάθε σχολείο, την καθιέρωση πανελλήνιων αγώνων στίβου. Tο 1909 καθιερώθηκε επίσημα το σουηδικό σύστημα, με βασικό εγχειρίδιο το βιβλίο του I. Xρυσάφη H σωματική αγωγή των μαθητών των σχολείων της μέσης εκπαίδευσης. Στην εμβάθυνση του αθλητικού πνεύματος βοήθησαν άνθρωποι όπως οι γυμναστές Kαρβέλας, Πέππας, Kαββαδίας, Παυλίνης, Iωαννίδης και Zούκερ, ο εκδότης Φέτσης και ο Aθανάσιος Λευκαδίτης, ο οποίος έφερε το βόλεϊ και τον προσκοπισμό στην Eλλάδα. Tο 1918 ιδρύθηκε σχολή γυμναστών τριετούς φοίτησης, η οποία αργότερα μετονομάστηκε σε Διδασκαλείο Γυμναστικής, σε Aκαδημία Γυμναστικής το 1932 και σε Eθνική Aκαδημία Σωματικής Aγωγής το 1939. H εφαρμογή του Γυμναστικού οδηγού των Xρυσάφη είχε θετικά αλλά και αρνητικά αποτελέσματα. H σχηματικότητα και η μονομέρεια εμπόδισαν την παρακολούθηση των εξελίξεων στο διεθνή αθλητισμό και των νέων μεθόδων που εφαρμόζονταν. Mια χαρακτηριστική περίπτωση αυτής της μονομέρειας ήταν οι περίφημες γυμναστικές επιδείξεις, που κράτησαν έως το 1976 και ταλάνισαν τη φυσική αγωγή όσο τίποτε άλλο. Έτσι, πολλές απόπειρες για να στραφεί η φυσική αγωγή προς την αγωνιστική και τα παιχνίδια (περιπτώσεις Δελμούζου, Παυλίνη) απέτυχαν. H δικτατορία του Mεταξά προσπάθησε να υποτάξει τη σωματική αγωγή σε ένα σύστημα βασισμένο στα γερμανικά και ιταλικά φασιστικά πρότυπα. Aπό την άλλη πλευρά, ο ερχομός στην Eλλάδα 1,5 εκατομμυρίου ανθρώπων του μικρασιατικού ελληνισμού επέδρασε θετικά στον αθλητισμό, αφού ανάμεσα στους πρόσφυγες υπήρχαν άνθρωποι με υψηλή αθλητική παιδεία και πνεύμα αγωνιστικότητας. Tα σωματεία τους ανασυστάθηκαν ή δημιουργήθηκαν νέα και έπαιξαν πρωτοπόρο ρόλο στην ανάπτυξη του αγωνιστικού αθλητισμού. Σημαντικό γεγονός για την ανάπτυξη του κλασικού αθλητισμού έπαιξε η καθιέρωση, το 1929, των Bαλκανικών Αγώνων Στίβου, ενός θεσμού που συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Kατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου πολέμου, με την επίδραση των ξένων στρατιωτών που βρίσκονταν στην Eλλάδα, διαδόθηκαν νέα αθλήματα, όπως το ποδόσφαιρο, το μπάσκετ, το βόλεϊ και άλλα. Στα χρόνια του B’ Παγκοσμίου πολέμου, της Κατοχής και του Eμφυλίου ο αθλητισμός δέχτηκε αλλεπάλληλα πλήγματα. Ξεχωριστή αναλαμπή αποτέλεσαν οι δραστηριότητες της EΠON, που αξιοποίησε τον αθλητισμό για τη συσπείρωση και αγωνιστική κινητοποίηση της νεολαίας. Πολλοί αθλητές αλλά και αθλητικοί παράγοντες πήραν μέρος στην αντίσταση κατά των κατακτητών, όπως οι Γ. Θάνος, Γρ. Λαμπράκης, Hλ. Mισαηλίδης και άλλοι, που επανίδρυσαν την Ένωση Eλλήνων Aθλητών (EEA), η οποία είχε καταργηθεί από τη δικτατορία του Mεταξά. Μια ιδιαίτερη αναφορά αξίζει στο γυναικείο αθλητισμό, ο οποίος ξεκινά πολύ αργά σε σχέση με τον ανδρικό. Η φυσική αγωγή στις μαθήτριες άρχισε από την ιδιωτική εκπαίδευση, το 1867, στη Σχολή Χιλ και στο Αρσάκειο. Η γυμναστική στις μαθήτριες στα γυμνάσια άρχισε το 1920, όταν αποφοίτησαν οι πρώτες γυμνάστριες. Το 1926, ο Πανιώνιος δημιούργησε το πρώτο οργανωμένο γυναικείο αθλητικό τμήμα. Πρωτοπόρες αθλήτριες υπήρξαν οι Μπεναρδή, Αγγελοπούλου, Αρμάου, Στεργίου, Βέλλα, Καν, Ρημάκη, Βενιεράτου, Καββαδία και άλλες. Οι κοινωνικές και οικογενειακές προκαταλήψεις και οι γενικότερες ελλείψεις του αθλητισμού μας δεν επέτρεψαν μια πιο γοργή ανάπτυξη του γυναικείου αθλητισμού, και μόνο προς το τέλος του 20ού αιώνα, με την παρουσία αθλητριών όπως η Σακοράφα, η Βερούλη και η Πατουλίδου, σημειώθηκε μια αξιόλογη πρόοδος. Aπό το 1950 έως σήμερα Παρά τις πληγές της δεκαετίας 1940-99, ο ελληνικός αθλητισμός πέτυχε σημαντική πρόοδο μετά τον Eμφύλιο, έστω και αν δεν κατάφερε να ακολουθήσει τους ρυθμούς προόδου του αθλητισμού σε παγκόσμιο επίπεδο. H εξέλιξη της αθλητικής επιστήμης, η αθλητιατρική, η δημιουργία σύγχρονων εγκαταστάσεων, ο επαγγελματικός αθλητισμός και ο ρόλος των MME μεταμόρφωσαν την όψη του σύγχρονου αθλητικού συστήματος. H Eλλάδα έμεινε σχετικά πίσω απ’ αυτές τις εξελίξεις και μόνο την τελευταία δεκαπενταετία βελτιώθηκαν οι ρυθμοί προόδου. Στο σχολείο η φυσική αγωγή ακολούθησε ανοδική πορεία. Το σύστημα σουηδικής γυμναστικής του Χρυσάφη συμπληρώθηκε από τις αθλοπαιδιές και τα αγωνίσματα του κλασικού αθλητισμού. Τα σχολικά πρωταθλήματα συνέβαλαν στη τροφοδοσία των αθλητικών συλλόγων με αθλητές. Βέβαια, υπήρξαν και αντίθετες ρυθμίσεις. Το 1954 μια εγκύκλιος του υπουργείου Παιδείας απαγόρευε στους μαθητές να αγωνίζονται σε αθλητικούς συλλόγους. Ο τομέας που επλήγη περισσότερο απ’ αυτή την εγκύκλιο ήταν το ποδόσφαιρο. Έτσι, βρήκε καινούριο χώρο ανάπτυξης, που δεν ήταν πια η σχολική αυλή, αλλά η αλάνα της γειτονιάς. Τα παιχνίδια της αλάνας γέννησαν τους μεγάλους ποδοσφαιριστές των δεκαετιών 1950-70. Με το διάταγμα 3769 του 1957 δημιουργήθηκε η Γενική Γραμματεία Αθλητισμού και αυτονομήθηκε από την Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων. Με το ΒΔ 20/20.12.58 δημιουργήθηκε ο Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου (ΟΠΑΠ) με σκοπό την ενίσχυση του ελληνικού αθλητισμού. Έτσι, το ποδόσφαιρο, το άθλημα που γνώρισε την πιο πλατιά διάδοση μετά το Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, έγινε ο αιμοδότης του αθλητισμού στη χώρα μας. Την περίοδο της επτάχρονης δικτατορίας οι συνταγματάρχες προσπάθησαν να αξιοποιήσουν τον αθλητισμό για λόγους προπαγανδιστικούς και ξόδεψαν τεράστια ποσά για την κατασκευή μεγάλων σταδίων, παραγνωρίζοντας την ανάγκη για μικρότερες εγκαταστάσεις αθλητικής υποδομής. Μετά τη μεταπολίτευση ο νόμος 75 του 1975 διαμόρφωσε το θεσμικό πλαίσιο του αθλητισμού σε σύγχρονη δημοκρατική βάση. Η διεύρυνση της αθλητικής υποδομής με την κατασκευή κλειστών γυμναστηρίων, κολυμβητηρίων και σταδίων στην Αθήνα αλλά και στην υπόλοιπη Ελλάδα έδωσε τη δυνατότητα σε περισσότερους νέους να ασχοληθούν με τον αθλητισμό. Η δημιουργία μεγάλων αθλητικών συγκροτημάτων όπως το ΟΑΚΑ και το Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας έδωσαν την ευκαιρία στη χώρα μας να διεκδικήσει την οργάνωση μεγάλων διεθνών αθλητικών συναντήσεων, όπως πανευρωπαϊκά και παγκόσμια πρωταθλήματα σε διάφορα αθλήματα. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 άρχισαν να εφαρμόζονται προγράμματα μαζικού λαϊκού αθλητισμού που απευθύνονται σε παιδιά του δημοτικού σχολείου, γυναίκες και στην τρίτη ηλικία. Τα προγράμματα αυτά γίνονταν στην αρχή μέσω της ΓΓΑ, ενώ στη συνέχεια πέρασαν στην ευθύνη των δήμων. Στο νόμο 2218 του 1994 για το Β’ βαθμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης προβλέπεται ο συντονισμός του αγωνιστικού αθλητισμού, της φυσικής αγωγής και της μαζικής άθλησης από την πρωτοβάθμια Τοπική Αυτοδιοίκηση, όμως αυτή η διάταξη δεν έχει ακόμη εφαρμοστεί στην πράξη. Ο νόμος 878/1979 για το επαγγελματικό ποδόσφαιρο εισήγαγε την έννοια του επαγγελματισμού στον ελληνικό αθλητισμό, που αργότερα επεκτάθηκε και σε άλλα αθλήματα, απηχώντας και γενικότερες κοινωνικές και οικονομικές εξελίξεις. Η παρουσία της τηλεόρασης μέσω των αθλητικών μεταδόσεων, η είσοδος της διαφήμισης και των χορηγών διαμόρφωσαν μια «βιομηχανία» αθλητικού θεάματος στα αμερικανικά πρότυπα και άλλαξαν οριστικά το τοπίο στον ελληνικό αθλητισμό. Η εμφάνιση του επαγγελματισμού και το γεγονός ότι στο χώρο του αθλητισμού διακυβεύονταν πια μεγάλα χρηματικά ποσά (επενδύσεις των ιδιοκτητών των ομάδων, χορηγίες, στοιχήματα) συνοδεύτηκαν και από την εμφάνιση προβλημάτων όπως οι χρηματισμοί παικτών ή διαιτητών, το ντόπινγκ ή η έξαρση φαινομένων βίας. Από το 1986 και μετά η χώρα μας αποδύθηκε σε μια προσπάθεια για την ανάληψη της διοργάνωσης μιας Ολυμπιάδας. Μετά από την αποτυχημένη προσπάθεια για τη διοργάνωση των 25ων Ολυμπιακών αγώνων του 1986, η χώρα μας κατάφερε να ανατεθεί στην Αθήνα η διοργάνωση της Ολυμπιάδας του 2004. Η ανάληψη των αγώνων προκάλεσε θετικές αλλά και αρνητικές αντιδράσεις. Από τη μία, δόθηκε ώθηση στην κατασκευή μεγάλων αθλητικών εγκαταστάσεων αλλά και περισσότερα κίνητρα στους αθλητές υψηλού επιπέδου. Από την άλλη, η υποταγή των αναγκών του αθλητισμού σε μια τέτοια διοργάνωση με τα χαρακτηριστικά που έχει (γιγαντισμός, κυριαρχία του θεάματος και του κέρδους, φαινόμενα ντόπινγκ και διαφθοράς) δεν μπορεί να συμβάλει στη λύση των προβλημάτων του ελληνικού αθλητισμού. Τα αθλήματα Εκτός από τα παραδοσιακά αγωνίσματα και παιχνίδια που ήταν γνωστά από την αρχαιότητα στη χώρα μας (άλματα, δρόμοι, ρίψεις, κολύμβηση, γυμναστική κ.ά.), σχεδόν όλα τα ολυμπιακά αγωνίσματα καλλιεργούνται σήμερα από αντίστοιχες ομοσπονδίες και αθλητικούς συλλόγους. Κλασικός αθλητισμός. Τα αθλήματα του στίβου (δρόμοι, άλματα, ρίψεις) ήταν από τα πρώτα που αναπτύχθηκαν στη χώρα μας μετά την απελευθέρωση. Επίσημα και με κανονισμούς άρχισαν να τελούνται στα Ολύμπια από το 1859. Η επιτυχία του Λούη στο μαραθώνιο δρόμο έδωσε νέα ώθηση στην ανάπτυξη του κλασικού αθλητισμού. Η ίδρυση του ΣΕΑΓΣ το 1897 αποτέλεσε ορόσημο για την εξέλιξη του ελληνικού στίβου. Η θέσπιση των πανελλήνιων αγώνων συνέβαλε στη βελτίωση των επιδόσεων των αθλητών, αφού δημιούργησε συνθήκες συναγωνισμού. Στα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα ξεχώριζε η μορφή του Κώστα Τσικλητήρα, ο οποίος κέρδισε τέσσερα ολυμπιακά μετάλλια στα αγωνίσματα του άλματος σε ύψος και άλματος σε μήκος άνευ φοράς (σήμερα αυτά τα αθλήματα έχουν καταργηθεί). Το 1929 με πρωτοβουλία του ΣΕΓΑΣ καθιερώθηκε ο θεσμός των Βαλκανικών Αγώνων Στίβου, οι οποίοι συνεχίστηκαν σε ετήσια βάση έως το 1986 (με εξαίρεση τις πολεμικές περιόδους), και από το 1989 και μετά κάθε δύο χρόνια. Οι αγώνες αυτοί βοήθησαν πολύ στην ανάπτυξη του ελληνικού κλασικού αθλητισμού γιατί ο συναγωνισμός με τους αθλητές των γειτονικών χωρών ήταν πολύ έντονος. Στη δεκαετία του ’30 και μετά από μια μεγάλη περίοδο αναζήτησης προπονητή από το εξωτερικό, έτσι ώστε να αναβαθμιστούν οι μέθοδοι προπόνησης, ανέλαβε προπονητής της εθνικής ομάδας ο Ούγγρος Ότο Σίμιτσεκ. Το Παναθηναϊκό Στάδιο μετατράπηκε σε προπονητικό κέντρο της εθνικής ομάδας, αναβαθμίστηκε η υποδομή του, κατασκευάστηκε νέος στίβος. Τα αποτελέσματα ήταν άμεσα. Βελτιώθηκαν οι επιδόσεις των αθλητών και τα πανελλήνια ρεκόρ και βγήκε μια μεγάλη φουρνιά αθλητών που χάρισε στη χώρα μας την πρωτιά σε όλες τις Βαλκανιάδες της δεκαετίας 1930-40. Ξεχωρίζουν αναμεσά τους: ο Χρήστος Μάντικας, δρομέας στα 110 και 400 μ. με εμπόδια (έκτη θέση στα 400 μ. με εμπόδια στην Ολυμπιάδα του Βερολίνου, ο μόνος Ευρωπαίος του τελικού, χάλκινο μετάλλιο στο Α’ Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Στίβου, 11 χρυσά μετάλλια σε Βαλκανιάδες), ο άλτης Γρηγόρης Λαμπράκης, μετέπειτα βουλευτής, ο δισκοβόλος Νίκος Σύλλας, ο δρομέας μέσων αποστάσεων Γρηγόρης Γεωργακόπουλος, ο ρίπτης και δρομέας Δημήτρης Καραμπάτης, ο δρομέας μεγάλων αποστάσεων Θανάσης Μπεκιάρης, ο Σπήλιος Ανδριόπουλος στο άλμα επί κοντώ και άλλοι. Το 1947 ο ΣΕΓΑΣ γιόρταζε τα 50 χρόνια του και αριθμούσε πλέον 127 σωματεία-μέλη. Το 1951 συνέβαλε στην καθιέρωση των Μεσογειακών Αγώνων. Η εικοσαετία 1950-1970 υπήρξε μια εποχή στασιμότητας για τον κλασικό αθλητισμό σε σχέση με την περίοδο 1930-40. Οι γειτονικές χώρες μάς ξεπέρασαν στην ανάπτυξη του αθλητισμού και χάθηκε η πρωτοκαθεδρία στους Βαλκανικούς. Το 1962 ο Ότο Σίμιτσεκ αντικαταστάθηκε από τον επίσης Ούγγρο προπονητή Γκιούλα Άνταλ. Τη δεκαετία αυτή καθιερώθηκαν και οι διασυλλογικοί πανελλήνιοι αγώνες, καθώς και ο διεθνής μαραθώνιος δρόμος στην κλασική διαδρομή από τον Τύμβο του Μαραθώνα έως το Παναθηναϊκό Στάδιο. Το 1965 ανακαινίστηκε το Στάδιο Καραϊσκάκη, το οποίο απέκτησε τάπητα από ταρτάν. Στο Στάδιο αυτό έγινε το 1969 το Πανευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Στίβου. Σημαντικοί αθλητές της περιόδου αυτής υπήρξαν ο επικοντιστής Γρηγόρης Ρουμπάνης (τρίτος στην Ολυμπιάδα της Μελβούρνης με άλμα στα 4,50 μ.), ο μαραθωνοδρόμος Χρήστος Κυριακίδης (νικητής του μαραθωνίου της Βοστόνης το 1947), οι δρομείς Γιώργος Παπαβασιλείου, Βασίλης Σίλλης, οι άλτες Δήμος Μαγκλάρας (μήκος) και Γιάννης Κουσούλας (ύψος). Σημαντική παρουσία ήταν επίσης ο επικοντιστής Χρήστος Παπανικολάου (τέταρτος στην Ολυμπιάδα του Μεξικού, δεύτερος στους Πανευρωπαϊκούς του 1966, δύο φορές χρυσός μεσογειονίκης και οκτώ φορές χρυσός βαλκανιονίκης). Το 1969 ο Παπανικολάου είχε σημειώσει παγκόσμιο ρεκόρ με επίδοση 5,49 μ. Και στη δεκαετία του ’70 η κατάσταση δεν παρουσίασε σημαντική βελτίωση παρά το γεγονός ότι αυξήθηκαν οι χώροι υποδομής και βελτιώθηκε η τεχνική κατάρτιση των προπονητών. Δυο μεγάλοι δρομείς ξεχώρισαν στις αρχές της δεκαετίας: ο Βασίλης Παπαγεωργόπουλος στους δρόμους ταχύτητας (τρίτος στους πανευρωπαϊκούς του Ελσίνκι το 1971, πρώτος στους Μεσογειακούς του 1971 και 6 φορές χρυσός βαλκανιονίκης) και ο εμποδιστής Σταύρος Τζιωρτζής (έκτος στην Ολυμπιάδα του Μονάχου, δύο φορές μεσογειονίκης και εννέα φορές βαλκανιονίκης). Σημαντική παρουσία του γυναικείου αθλητισμού ήταν η άλτρια Μαρούλα Λάμπρου, κυπριακής καταγωγής. Ξεχώρισαν επίσης οι βαδιστές Χρήστος και Αριστείδης Καραγιώργος, ο άλτης Δεληφώτης, ο δρομέας Κοντοσώρος. Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 έγιναν σημαντικά βήματα εκσυγχρονισμού στον ελληνικό στίβο. Μπήκαν επιστημονικές βάσεις στις προπονητικές μεθόδους, ιδρύθηκε το Εργομετρικό Κέντρο στην Καλογρέζα. Τα αποτελέσματα αυτής της δουλειάς υποδομής φάνηκαν ιδιαίτερα στη δεκαετία του ’90 με σημαντικές διακρίσεις των Ελλήνων αθλητών στίβου στις διεθνείς διοργανώσεις. Στους Πανευρωπαϊκούς Αγώνες Στίβου του 1982 στην Αθήνα η Άννα Βερούλη κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο στον ακοντισμό με βολή 70,02 μ. και η Σοφία Σακοράφα το χάλκινο μετάλλιο στο ίδιο αγώνισμα με επίδοση 67,04 μ. Τη δεκαετία αυτή στους άνδρες ξεχώρισαν οι εμποδιστές Γιώργος Βαμβακάς και Θανάσης Καλογιάννης. Στη δεκαετία του ’90 κυριάρχησε η διοργάνωση του Στ’ Παγκόσμιου Πρωταθλήματος Στίβου Ανδρών-Γυναικών το 1997 στην Αθήνα. Υπήρξε σημαντική βελτίωση της διεθνούς παρουσίας του ελληνικού στίβου με κορύφωση την Ολυμπιάδα του Σίδνεϊ. Στους άνδρες ξεχώρισαν: ο δρομέας Κώστας Κεντέρης στα 200 μ. (πρώτος στην Ολυμπιάδα του Σίδνεϊ το 2000, πρώτος στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα του 2001, πρώτος στους Πανευρωπαϊκούς του 2001, μεσογειονίκης και βαλκανιονίκης), ο άλτης του ύψους Λάμπρος Παπακώστας (δεύτερος στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Κλειστού Στίβου το 1995, έκτος στην Ατλάντα το 1996 και στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Στίβου Ανδρών-Γυναικών το 1997), ο άλτης του μήκους Κώστας Κουκοδήμος (δεύτερος στους Πανευρωπαϊκούς Κλειστού Στίβου του 1994, έκτος στη Βαρκελώνη το 1992), ο ακοντιστής Κώστας Γκατσιούδης (πρώτος στο Πανευρωπαϊκό του 2001, έκτος στο Σίδνεϊ το 2000, δεύτερος στο Παγκόσμιο του 1999, τρίτος στο Παγκόσμιο του 1997 και του 2001), οι δρομείς ταχύτητας Αλέξανδρος Τερζιάν, Άγγελος Παυλακάκης, ο άλτης του μήκους Σπύρος Βασδέκης κ.ά. Στις γυναίκες ξεχωρίζουν: η Βούλα Πατουλίδου (πρώτη στη Βαρκελώνη στα 100 μ. με εμπόδια εμπόδια με χρόνο 12’ ’64), η δρομέας ταχυτήτων Κατερίνα Θάνου (δεύτερη στο Σίδνεϊ στα 100 μ. με επίδοση 11.12, πρώτη στο Παγκόσμιο Κλειστού Στίβου το 1999, τρίτη στο Παγκόσμιο του 1999 και του 2001 στα 100 μ., πρώτη στα 60 μ. στους Πανευρωπαϊκούς του 1996 και του 2000, τρίτη στους Πανευρωπαϊκούς του 1998 στα 100 μ.), η άλτρια του μήκους Νίκη Ξάνθου (τέταρτη στην Ατλάντα το 1996, δεύτερη στο Παγκόσμιο του 1997, πρώτη στο Παγκόσμιο του 2002), η ακοντίστρια Μιρέλα Μανιάνι (δεύτερη στο Σίδνεϊ το 2000 με επίδοση 67,51 μ., πρώτη στο Παγκόσμιο του 1999 και δεύτερη στο Παγκόσμιο του 2001), η δισκοβόλος Τασούλα Κελεσίδου (δεύτερη στο Σίδνεϊ το 2000 με βολή στα 59,60 μ., δεύτερη στο Παγκόσμιο του 1999), η άλτρια του ύψους Νίκη Μπακογιάννη (δεύτερη στην Ατλάντα το 1996 με επίδοση 2,03 μ., δεύτερη στους Πανευρωπαϊκούς του 1996), οι άλτριες του τριπλούν Όλγα Βασδέκη (έκτη στην Ατλάντα, έβδομη στο Σίδνεϊ) και Παρασκευή Τσιαμήτα, η δισκοβόλος Στέλλα Τσικούνα (πέμπτη στο Σίδνεϊ), η δρομέας Κατερίνα Κόφφα και άλλοι. Ποδόσφαιρο. Στη χώρα μας οι προσπάθειες διάδοσης του ποδοσφαίρου ξεκίνησαν στα τέλη του 19ου αιώνα. Το ποδόσφαιρο εντάχθηκε ως άθλημα επίδειξης στο πρόγραμμα της πρώτης σύγχρονης Ολυμπιάδας της Αθήνας το 1896. Την εποχή εκείνη ιδρύθηκαν και τα πρώτα ποδοσφαιρικά σωματεία, με πρώτο όλων τον Όμιλο Φιλομούσων στη Θεσσαλονίκη, που μετέπειτα μετονομάστηκε σε Γ.Σ. Ηρακλής. Οι πρώτοι πανελλήνιοι αγώνες ποδοσφαίρου πραγματοποιήθηκαν το 1906 και στον τελικό ο Εθνικός Γ.Σ. νίκησε τον Πανελλήνιο Γ.Σ. Το 1908 ιδρύθηκε ο Ποδοσφαιρικός Όμιλος Αθηνών, ο σημερινός Παναθηναϊκός Α.Ο. Την ευθύνη για το ποδόσφαιρο την εποχή εκείνη είχε ο ΣΕΓΑΣ, ο οποίος προκήρυξε και το πρώτο πρωτάθλημα με νικητή τον ΠΟΑ. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή δημιουργήθηκαν πολλά προσφυγικά σωματεία όπως η ΑΕΚ (Αθλητική Ένωση Κωνσταντινουπόλεως) και ο ΠΑΟΚ, ενώ πολλά άλλα σωματεία όπως ο Πανιώνιος συνέχιζαν τη δραστηριότητά τους στις νέες τους εστίες. Το 1925 ο Όμιλος Φιλάθλων Πειραιώς και ο Πειραϊκός Ποδοσφαιρικός Σύνδεσμος δημιούργησαν τον Ολυμπιακό Σύνδεσμο Φιλάθλων Πειραιώς (ΟΣΦΠ). Το ίδιο έτος ιδρύθηκε η Ελληνική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία (ΕΠΟ), η οποία οργάνωσε το επόμενο έτος (1927-28) το πρώτο πρωτάθλημα, το οποίο κέρδισε ο Άρης Θεσσαλονίκης. Εκείνη την εποχή διοργανώθηκαν τοπικά πρωταθλήματα σε Αθήνα, Πειραιά και Θεσσαλονίκη και μετά οι νικητές αναμετρούνταν μεταξύ τους. Το 1930 συγκροτήθηκε η εθνική κατηγορία με 8 ομάδες και την επόμενη χρονιά ξεκίνησε το Κύπελλο Ελλάδας με πρώτη τροπαιούχο την ΑΕΚ, η οποία στον τελικό νίκησε τον Άρη με 5-3. Την περίοδο του Μεσοπολέμου το ποδόσφαιρο αναπτύχθηκε ραγδαία και αναδείχθηκαν πολλοί ταλαντούχοι ποδοσφαιριστές. Ανάμεσά τους ξεχώρισαν οι αδελφοί Ανδριανόπουλοι στον Ολυμπιακό, οι Καλαφάτης, Νικολαΐδης, Ασπρογέρακας, Μεσσάρης, Παπάζογλου στον ΠΑΟ, οι Μαρόπουλος, Τζανετής, Σκλαβούνος της ΑΕΚ και άλλοι. Μετά το Β’ Παγκόσμιο πόλεμο το ποδόσφαιρο γνώρισε τεράστια εξάπλωση κι έγινε ο βασιλιάς των σπορ τόσο στη χώρα μας όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο. Η συγκρότηση της Α’ εθνικής κατηγορίας το 1959-60 σήμανε την αλλαγή εποχής στο ελληνικό ποδόσφαιρο με την καθιέρωση του ημιεπαγγελματισμού. Οι ποδοσφαιριστές άρχισαν να αμείβονται, δίνονταν πολλά λεφτά για μεταγραφές και άρχισε ο ανταγωνισμός για την εξασφάλιση των καλύτερων παικτών. Η έλλειψη ενός ολοκληρωμένου θεσμικού πλαισίου διευκόλυνε την εμφάνιση διαφόρων αρνητικών φαινομένων όπως στημένων παιχνιδιών, πλαστών ελληνοποιήσεων ξένων παικτών κ.ά., τα οποία ταλάνισαν το ελληνικό ποδόσφαιρο σε όλη τη δεκαετία του ’70. Από το 1950 έως το 1970 μορφές που ξεχώρισαν ήταν οι Νεστορίδης, Σταματιάδης, Παπαϊωάνου της ΑΕΚ, οι Λουκανίδης, Δομάζος, Αντωνιάδης του ΠΑΟ, οι Μουράτης, Μποτίνος, Σιδέρης, Γιούτσος, Δεληκάρης του Ολυμπιακού, οι Κούδας, Σαράφης του ΠΑΟΚ και άλλοι. Το 1979 ο νόμος 879 καθιέρωσε το επαγγελματικό ποδόσφαιρο και δημιουργήθηκαν οι Ποδοσφαιρικές Ανώνυμες Εταιρείες (ΠΑΕ) και η ένωσή τους, η ΕΠΑΕ, στην οποία ανήκαν oι περίπου 60 ΠΑΕ, ενώ παρέμεναν τα ερασιτεχνικά τμήματα των ομάδων, που ανήκαν στην ΕΠΟ. Στην ΕΠΟ ανήκαν 51 τοπικές Ενώσεις Ποδοσφαιρικών Σωματείων, στις οποίες υπάγονταν περίπου 6.000 ερασιτεχνικά ποδοσφαιρικά σωματεία. Η παρουσία ισχυρών οικονομικών παραγόντων όπως οι Βαρδινογιάννης, Κόκκαλης, Φιλίππου έδινε πλέον τον τόνο στην εξέλιξη του ποδοσφαίρου. Τα οικονομικά σκάνδαλα και πάλι δεν έλειψαν, με κορυφαία περίπτωση την υπόθεση Κοσκωτά στον Ολυμπιακό. Είναι φανερό πια ότι οι οικονομικά ισχυροί παράγοντες χρησιμοποιούσαν το ποδόσφαιρο για την εξυπηρέτηση γενικότερων επιδιώξεων. Η έξαρση της βίας στα γήπεδα ήταν ένα γεγονός που σημάδεψαν τις δεκαετίες του ’80 και ’90. Παίκτες που διακρίθηκαν ιδιαίτερα τις δύο αυτές δεκαετίες ήταν οι Θωμάς Μαύρος, Βασίλης Χατζηπαναγής, Νίκος Αναστόπουλος, Τάσος Μητρόπουλος, Δημήτρης Σαραβάκος, Στέλιος Μανωλάς, Αλέκος Αλεξανδρής, Νίκος Σαργκάνης και άλλοι. Οι τρεις μεγάλοι σύλλογοι της Αθήνας και του Πειραιά κυριαρχούν στην κατάκτηση των τίτλων στο πρωτάθλημα και στο κύπελλο. Από τη δημιουργία της εθνικής κατηγορίας το 1928 μέχρι το 2003 ο Ολυμπιακός έχει κατακτήσει 31 πρωταθλήματα και 20 κύπελλα, ο ΠΑΟ 18 πρωταθλήματα και 15 κύπελλα, η ΑΕΚ 11 πρωταθλήματα και 13 κύπελλα. Οι μόνοι σύλλογοι εκτός Αθηνών που κατάφεραν να σπάσουν το μονοπώλιο των ομάδων του κέντρου ήταν ο ΠΑΟΚ (πρωταθλητής το 1976 και το 1985 και κυπελλούχος το 2001 και 2003), η Λάρισα (πρωταθλήτρια το 1988 και κυπελλούχος το 1985), ο ΟΦΗ (κυπελλούχος το 1987) και ο Πανιώνιος (κυπελλούχος το 1979 και το 1998). Παρά την πλατιά του διάδοση, το ελληνικό ποδόσφαιρο δεν έχει σημειώσει τις ανάλογες επιτυχίες σε διεθνές επίπεδο, τόσο σε επίπεδο σωματείων όσο και σε επίπεδο εθνικών ομάδων. Η πιο σημαντική διάκριση της εθνικής ανδρών στάθηκε η συμμετοχή της στο Κύπελλο Εθνών Ευρώπης του 1980 και στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1994, όπου η πορεία της στα τελικά ήταν απογοητευτική. Η Εθνική Ελπίδων έχει καταφέρει να φτάσει στον τελικό δύο διοργανώσεων του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος (1988 και 1998). Σε συλλογικό επίπεδο, ενδεικτικά, αξίζουν να αναφερθούν με χρονολογική σειρά, η συμμετοχή του Παναθηναϊκού στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών Ευρώπης το 1971, η παρουσία της ΑΕΚ στα ημιτελικά του Κυπέλλου UEFA το 1977 και οι προκρίσεις του Παναθηναϊκού στα ημιτελικά του Κυπέλλου Πρωταθλητριών το 1985 και του Champions League το 1996 αντίστοιχα. Στους Ολυμπιακούς αγώνες, η Ελλάδα εκπροσωπήθηκε το 1920 στην Αμβέρσα και το 1952 στο Ελσίνκι, χωρίς ωστόσο να διακριθεί. Καλαθοσφαίριση (μπάσκετ). Η καλαθοσφαίριση, ένα σπορ που εξελίχθηκε σε εθνικό άθλημα για τη χώρα μας, έκανε την πρώτη της εμφάνιση στην Ελλάδα –συγκεκριμένα στη Θεσσαλονίκη– το 1919, όταν ένας μαθητής του δημιουργού του μπάσκετ Τζέιμς Νάισμιθ, ο Μάικλ Στεργιάδης, και η Χριστιανική Αδελφότητα Νέων Θεσσαλονίκης (ΧΑΝΘ) έφεραν το νέο αυτό άθλημα στη χώρα μας. Τα πρώτα τουρνουά διεξήχθησαν στη Σμύρνη το 1920, με νικητή τον Πανιώνιο, και στην Αθήνα με νικητή τον Παναθηναϊκό. Το 1928 διοργανώθηκε το πρώτο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα με θριαμβευτή τον Ηρακλή. Η ομάδα του Πανεπιστημίου Αθηνών, η Νήαρ Ηστ, ο Πανελλήνιος και ο Σπόρτινγκ είναι οι ομάδες που διακρίνονται στην προπολεμική περίοδο. Το 1936 συγκροτήθηκε η εθνική ομάδα και έδωσε τους πρώτους της αγώνες. Στη δεκαετία του ’50 το μπάσκετ εξαπλώθηκε και υπήρξε άνοδος του επιπέδου των αθλητών και στον τομέα της τεχνικής κατάρτισης αλλά και στη φυσική κατάσταση, ως αποτέλεσμα της βελτίωσης των προπονητικών μεθόδων. Η ομάδα του Πανελληνίου (Ρουμπάνης, Στεφανίδης, Μαντάς, Παπαδήμας, Χολέβας) κυριάρχησε στο εσωτερικό, αλλά πέτυχε διακρίσεις και στο εξωτερικό. Παίκτες που ξεχώρισαν εκείνη την εποχή είναι ακόμη οι Ματθαίου και Μουρούζης, οι οποίοι μάλιστα πήραν μεταγραφή σε ιταλικές ομάδες. Το 1963 δημιουργήθηκε η Α’ Εθνική κατηγορία, στα πρώτα χρόνια της οποίας κυριάρχησε η ομάδα της ΑΕΚ με τους Αμερικάνο, Τρόντζο, Ζούπα, Λαρεντζάκη, Βασιλειάδη, Χρηστέα, Τσάβα και Μόσχο. Η ομάδα αυτή κατέκτησε το πρώτο διεθνές τρόπαιο του ελληνικού μπάσκετ. Το 1968 κέρδισε το Κύπελλο Κυπελλούχων νικώντας στο Παναθηναϊκό Στάδιο τη Σλάβια Πράγας με 89-82. Το 1970 ιδρύθηκε η Ελληνική Ομοσπονδία Καλαθοσφαίρισης (ΕΟΚ). Στη δεκαετία του ’70 ένα κύμα ομογενών παικτών (Καστρινάκης, Γιατζόγλου, Κέφαλος, Στεργάκος και άλλοι) πλημμύρισε το ελληνικό πρωτάθλημα, ανέβασε το επίπεδό του, αλλά δημιούργησε και ένα χάσμα μεταξύ των πιο ισχυρών και των ασθενέστερων οικονομικά ομάδων. Από τις ΗΠΑ ήρθε και ο Νίκος Γκάλης, ο παίκτης που έμελλε να αλλάξει την πορεία του ελληνικού μπάσκετ. Από το 1980 άρχισε να αγωνίζεται στον Άρη, ο οποίος με την καθοδήγηση του Γιάννη Ιωαννίδη κυριάρχησε στις εγχώριες διοργανώσεις, διακρίθηκε στο εξωτερικό και έγινε σύμβολο της εκπληκτικής ανόδου του ελληνικού μπάσκετ. Το 1979 η εθνική ομάδα ανδρών κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο στους Μεσογειακούς. Ορόσημο στην ελληνική ιστορία του αθλήματος της καλαθοσφαίρισης αποτέλεσε η κατάκτηση του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος του 1987. Η νίκη της ελληνικής ομάδας με τους Νίκο Γκάλη, Παναγιώτη Γιαννάκη, Φάνη Χριστοδούλου, Παναγιώτη Φασούλα, Αργύρη Καμπούρη και των υπόλοιπων παικτών, με προπονητή τον Κώστα Πολίτη, ενάντια στην ομάδα της Σοβιετικής Ένωσης στον τελικό (103-101), έκανε το μπάσκετ το πιο δημοφιλές ομαδικό άθλημα στην Ελλάδα. Τα επόμενα χρόνια, καθώς και στη δεκαετία του ’90, ακολούθησε μια σειρά επιτυχιών στο διεθνή χώρο, τόσο για την εθνική ομάδα όσο για τους συλλόγους σε διάφορες διοργανώσεις. Η εθνική ανδρών κατετάγη δεύτερη στο Πανευρωπαϊκό του 1989 και πολλές διακρίσεις είχαν οι μικρότερες εθνικές ομάδες. Δύο χρυσά μετάλλια σε πανευρωπαϊκούς αγώνες έχει κατακτήσει η εθνική ομάδα παίδων (1989, 1993), χρυσό μετάλλιο στο παγκόσμιο πρωτάθλημα η εθνική ομάδα εφήβων (1995). Παράλληλα, φιλοξενήθηκαν στην Ελλάδα αρκετές διοργανώσεις και τελικοί διεθνούς επιπέδου, με πιο σημαντική το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Ανδρών, που διεξήχθη στην Αθήνα το 1998. Η Ελλάδα συμμετείχε για πρώτη φορά σε Ολυμπιακούς αγώνες το 1996 στην Ατλάντα, όπου κατέλαβε την πέμπτη θέση. Σε συλλογικό επίπεδο ξεχωρίζουν τα πρωταθλήματα Ευρώπης του Παναθηναϊκού (1996, 2000, 2002) και του Ολυμπιακού (1997). Ο ΠΑΟΚ έχει κατακτήσει το Κύπελλο Κυπελλούχων το 1991 και το Κύπελλο Κόρατς το 1994, η ΑΕΚ το Κύπελλο Κυπελλούχων (1968, 2000), ο Άρης το Κύπελλο Κυπελλούχων το 1997 και το Κύπελλο Σαπόρτα το 2003, το Μαρούσι το Κύπελλο Σαπόρτα το 2001. Το 1999 δημιουργήθηκαν οι Ανώνυμες Καλαθοσφαιρικές Ομοσπονδίες και ο σύνδεσμός του μπάσκετ, ο ΕΣΑΚΕ, που αναλαμβάνει τη διεξαγωγή του εθνικού πρωταθλήματος. Το μπάσκετ βαδίζει κι αυτό στα χνάρια του επαγγελματικού ποδοσφαίρου, και μάλιστα διεκδικεί μεγάλο μερίδιο στις τηλεοπτικές καλύψεις και στη διαφήμιση. Στην Ευρώπη έχουμε διάσπαση της κορυφαίας διοργάνωσης ανάμεσα στο πρωτάθλημα της FIBA και στην Ευρωλίγκα της ULEB. Το ελληνικό πρωτάθλημα κατατάσσεται ανάμεσα στα καλύτερα της Ευρώπης και πολλοί σημαντικοί παίκτες συμμετέχουν σ’ αυτό. Τους περισσότερους τίτλους από το 1963 έως το 2003 έχει καταλάβει ο Παναθηναϊκός (17) και ακολουθούν ο Άρης (9), η ΑΕΚ (7), ο Ολυμπιακός (6) και ο ΠΑΟΚ με 1. Πετοσφαίριση (βόλεϊ). Το αγώνισμα άρχισε να καλλιεργείται στην Ελλάδα από τους συλλόγους της Αθήνας το 1922, με πρώτο τον Πανιώνιο Γυμναστικό Σύλλογο, ενώ παράλληλα συμπεριλήφθηκε και στο πρόγραμμα των αθλητικών εκδηλώσεων του στρατού. Πρώτος διδάξας του αθλήματος στην Ελλάδα θεωρείται ο τότε γυμναστής και διευθυντής του Πανελλήνιου Γυμναστικού Συλλόγου, ο Αναστάσιος Λευκαδίτης. Το πρώτο πρωτάθλημα ανδρών έγινε το 1925 στην Αθήνα με νικητή τον Πανιώνιο και το αντίστοιχο των γυναικών το 1926 στη Θεσσαλονίκη. Το πρώτο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα πραγματοποιήθηκε το 1936, όπου πρωταθλητής αναδείχθηκε ο Πανελλήνιος. Tο 1968 καθιερώθηκαν τα εθνικά πρωταθλήματα σε μορφή τουρνουά. Ο νικητής του πρώτου πρωταθλήματος ήταν ο Ολυμπιακός. Ένα χρόνο αργότερα, το 1970, ιδρύθηκε η Ελληνική Ομοσπονδία Πετοσφαίρισης (ΕΟΠΕ), καθώς και η Α’ εθνική κατηγορία ανδρών. Στις γυναίκες το πρώτο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα έγινε το 1971 στη Θεσσαλονίκη. Ο Ολυμπιακός και Παναθηναϊκός μονοπωλούν τους τίτλους στο εθνικό πρωτάθλημα ανδρών, με τον Ολυμπιακό να έχει κατακτήσει 21 πρωταθλήματα και τον Παναθηναϊκό 12. Από ένα πρωτάθλημα έχουν κατακτήσει ο Άρης το 1997 και ο Ηρακλής το 2002. Παίκτες που ξεχώρισαν στην ιστορία του ελληνικού βόλεϊ είναι οι Γκιούρδας, Χατζηαντωνίου, Ντράκοβιτς, Τριανταφυλλίδης, Πολύζος, Καζάζης, Λάιος, Μουσταΐδης, και παλαιότερα οι Γεωργαντής, Προσαλίκας, Μπεργελές και άλλοι. Τις τελευταίες δύο δεκαετίες είναι αξιοσημείωτη η πρόοδος του αθλήματος και η βελτίωση της παρουσίας των εθνικών ομάδων αλλά και των σωματείων σε διεθνές επίπεδο. Το 1987 η εθνική ανδρών κατέκτησε το χάλκινο μετάλλιο στο Πανευρωπαϊκό Πρωτάθλημα και το 1994 την έκτη θέση στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα. Σημαντική παρουσία έχει τα τελευταία χρόνια και στο World League. Σε επίπεδο συλλόγων το 1992 ο Ολυμπιακός ήρθε δεύτερος στο Κύπελλο Πρωταθλητριών και το 1996 κατέκτησε το Κύπελλο Κυπελλούχων. Σημαντική ανάπτυξη γνωρίζει στη χώρα μας και το μπιτς βόλεϊ (που παίζεται στην άμμο με ομάδες των δύο ατόμων), με ξεχωριστές παρουσίες στις γυναίκες τις Σφυρή και Καραντάσιου. Άρση βαρών. Στην Ελλάδα οι πρώτοι επίσημοι αγώνες άρσης βαρών διεξήχθησαν το 1888 στην διάρκεια των Δ’ Ολυμπίων. Η άρση βαρών εντάχθηκε στο πρόγραμμα των Ολυμπιακών αγώνων της Αθήνας το 1896. Σε αυτούς ο Σωτήρης Βερσής κατέλαβε την τρίτη θέση στην άρση με τα δυο χέρια, με επίδοση 100 κιλά, και ο Αλέξανδρος Νικολόπουλος την τρίτη θέση στην άρση με το ένα χέρι, με επίδοση 57,5 κιλά, ενώ ο Γιώργος Παπασιδέρης κατέλαβε την τέταρτη θέση στην άρση με τα δυο χέρια. Το 1905 ιδρύθηκε η Παγκόσμια Ομοσπονδία Άρσης βαρών (IWF) και το 1972 η Ελληνική Ομοσπονδία Άρσης βαρών (ΕΟΑΒ). Πριν από την ίδρυση της ΕΟΑΒ υπεύθυνες για την οργάνωση του αθλήματος ήταν άλλες ομοσπονδίες. Η γυναικεία άρση βαρών εντάχθηκε στο πρόγραμμα των Ολυμπιακών αγώνων του Σίδνεϊ το 2000. Σημαντικοί Έλληνες αθλητές της άρσης βαρών στις αρχές του 20ού αιώνα είναι ο Αλέξανδρος Νικολόπουλος (τρίτος στους αγώνες του 1896), ο Σωτήρης Βέρσης (τρίτος στους αγώνες του 1896), ο Περικλής Κακούσης (πρώτος στους αγώνες του 1904), ο Δημήτρης Τόφαλος. Την περίοδο 1960-80 το άθλημα είχε μια καλή διεθνή παρουσία στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις, με ξεχωριστές παρουσίες τους Ηλιάδη και Ιακώβου. Τη δεκαετία του ’90 μια σειρά ομογενών αθλητών από την Αλβανία και τις χώρες της πρώην ΕΣΣΔ συγκροτούν, υπό την καθοδήγηση του Χρήστου Ιακώβου, μια πανίσχυρη ομάδα, η οποία κυριαρχεί σε παγκόσμιο επίπεδο. Το 1995 η ομάδα αυτή κατέκτησε 13 μετάλλια στο Πανευρωπαϊκό Πρωτάθλημα και 14 μετάλλια στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα. Στις Ολυμπιάδες της Ατλάντα και του Σίδνεϊ οι επιτυχίες πολλαπλασιάστηκαν. Από τους σύγχρονους αθλητές ξεχωρίζουν: ο Πύρρος Δήμας (Βαρκελώνη, 1992, χρυσό μετάλλιο στα 82,5 κιλά στην άρση βαρών, σηκώνοντας 157,5 κιλά στο αρασέ και 202,5 κιλά στο ζετέ, Ατλάντα, 1996, χρυσό μετάλλιο στην κατηγορία των 83 κιλών με 180 κιλά στο αρασέ και 212,5 στο ζετέ, και Σίδνεϊ, 2000, χρυσό μετάλλιο στην κατηγορία των 83 κιλών με συνολική επίδοση 390 κιλά), ο Κάχι Καχιασβίλι (1996, χρυσό στην κατηγορία των 99 κιλών με 185 κιλά στο αρασέ και 220 κιλά στο ζετέ, 2000, χρυσό στην κατηγορία των 94 κιλών σηκώνοντας συνολικά 405 κιλά), ο Βαλέριος Λεωνίδης (1996, αργυρό στην κατηγορία των 64 κιλών με 145 κιλά στο αρασέ και 187,5 κιλά στο ζετέ), ο Λεωνίδας Σαμπάνης (1996, αργυρό στην κατηγορία των 59 κιλών με 137,5 κιλά στο αρασέ και 167,5 κιλά στο ζετέ, 2000, αργυρό μετάλλιο στην κατηγορία των 62 κιλών με συνολική επίδοση 317 κιλά), ο Λεωνίδας Κόκκας (1996, αργυρό στην κατηγορία των 91 κιλών με 175 κιλά στο αρασέ και 215 κιλά στο ζετέ), ο Βίκτωρας Μήτρου (2000, αργυρό στην κατηγορία των 77 κιλών, με 367,5), ο Παύλος Σαλτσίδης (δεύτερος στο Παγκόσμιο του 1990), ο Γιώργος Τζελίλης (τέταρτος στα 64 κιλά το 1996). Στις γυναίκες έχουν διακριθεί η Ιωάννα Χατζηιωάννου (τρίτη στους αγώνες του Σίδνεϊ το 2000, στην κατηγορία των 63 κιλών της άρσης βαρών γυναικών, σηκώνοντας 222,5 κιλά.), η Μαρία Χριστοφορίδου, η Γιώτα Αντωνοπούλου, η Άννα Στρούμπου και άλλες. Δεκάδες είναι επίσης οι διακρίσεις στα παγκόσμια και πανευρωπαϊκά πρωταθλήματα που δίκαια έχουν δώσει στην εθνική άρσης βαρών το προσωνύμιο «ομάδα όνειρο». Πάλη. Ένα άθλημα με πανάρχαιες ρίζες που έχει χαρίσει πλήθος διακρίσεων στη χώρα μας. Η πάλη επανέρχεται επίσημα στο προσκήνιο το 1859 στα Α’ Ολύμπια. Η ορθία πάλη συμπεριλήφθη στο πρόγραμμα των Β’ Ολυμπίων το 1870. Επισήμως, ως πρώτος παλαιστής στη νεότερη αθλητική ιστορία της Ελλάδας, αναφέρεται ο Μιχάλης Τζαβάρας, ο οποίος αναδείχθηκε νικητής άνευ αντιπάλου στα Γ’ Ολύμπια, το 1876, στο Παναθηναϊκό Στάδιο. Η πάλη στην Ελλάδα άρχισε να οργανώνεται ως άθλημα το 1897. Την ίδια εποχή άρχισε να καλλιεργείται από πολλά σωματεία. Οι πρώτοι πανελλήνιοι αγώνες πάλης διεξήχθησαν το 1906 σε τρεις κατηγορίες. Έχοντας κατακτήσει μία τέταρτη και δύο πέμπτες θέσεις το 1932 στους Ολυμπιακούς αγώνες του Λος Άντζελες, με τον Γεώργιο Ζερβίνη στα 56 κιλά της ελληνορωμαϊκής (5ος) και τα 56 κιλά της ελευθέρας (τέταρτος) και τον Ιωάννη Φαρμακίδη στα 61 κιλά της ελευθέρας (πέμπτος), η ελληνική πάλη αυτονομήθηκε από τον ΣΕΓΑΣ. Tο 1935 εκπρόσωποι της πάλης, της πυγμαχίας και της άρσης βαρών ίδρυσαν την Ελληνική Ομοσπονδία Φιλάθλων Πάλης, Πυγμαχίας, Αρσης Βαρών (ΕΟΦΠΠΑΒ). Το 1951 η πυγμαχία ίδρυσε τη δική της ανεξάρτητη ομοσπονδία και αποχώρησε από την ΕΟΦΠΠΑΒ, ενώ ακολούθησε το 1972 και η άρση βαρών. Μετά το Β’ Παγκόσμιο πόλεμο η ελληνική πάλη αναπτύχθηκε σημαντικά και επί σειρά ετών είναι το άθλημα με τις μεγαλύτερες και περισσότερες διακρίσεις στους Ολυμπιακούς αγώνες, με παρουσία στις 23 από τις 25 σύγχρονες Ολυμπιάδες. Απουσίασε μόνο το 1904 και το 1908. Σε εποχές ξηρασίας για τον ελληνικό αθλητισμό, οι αθλητές της πάλης κατάφεραν να τιμήσουν τα ελληνικά χρώματα. Από το 1948, όπου οι Γεώργιος Πετμεζάς και Νικόλαος Μπίρης του Εθνικού Αθηνών κατέλαβαν την 6η θέση στους Ολυμπιακούς αγώνες του Λονδίνου, έως το 2000 στο Σίδνεϊ, η ελληνική πάλη προσέφερε στον ελληνικό αθλητισμό ένα χρυσό (Στέλιος Μηγιάκης 1980), δύο ασημένια (Πέτρος Γαλακτόπουλος, 1972, Δημήτρης Θανόπουλος, 1984) και πέντε χάλκινα ολυμπιακά μετάλλια (Πέτρος Γαλακτόπουλος, 1968, Γιώργος Χατζηιωαννίδης, 1980, Μπάμπης Χολίδης, 1984 και 1988, Αμιράν Καρντάνοφ, 2000). Δεκάδες άλλοι παλαιστές όπως ο θρυλικός Γιώργος Ζερβίνης, ο Νικόλαος Μπίρης, ο Ιωάννης Φαρμακίδης, ο Γιώργος Πετμεζάς, ο Αντώνης Γεωργούλης, ο Όθων Μοσχίδης, ο Νίκος Καρυπίδης, οι αδελφοί Γιώργος και Παναγιώτης Ποικιλίδης, ο Γιώργος Ποζίδης, ο Ηρακλής Δεσκουλίδης, ο Κώστας Θάνος και ο Αφταντίλ Ξανθόπουλος πλασαρίστηκαν στην πρώτη εξάδα των κατηγοριών τους. Μετάλλια σε παγκόσμια και ευρωπαϊκά πρωταθλήματα, εκτός των προαναφερομένων, κατέκτησαν επίσης οι Γιώργος Αθανασιάδης, Ηρακλής Δεσκουλίδης, Γιώργος Ποζίδης, Ισαάκ Θεοδωρίδης, Γιάννης Αγκατζανιάν, Αριστείδης Ρουμπινιάν, Αλέξανδρος Τριανταφυλλίδης, Αναστάσιος Σοφιανίδης, Δημήτρης Αβράμης, Κώστας Θάνος, Τάσος Ξανθόπουλος και Γιάννης Αθανασιάδης.  Από το 1993 η ελληνική πάλη συμμετέχει στα ευρωπαϊκά και παγκόσμια πρωταθλήματα γυναικών, κατακτώντας διακρίσεις και μετάλλια με την Ε. Γρηγορίου, τη Λ. Νικολάου, την Ντ. Τσιμπανάκου και την Μ. Πομπουρίδου. Από το 1936 η ΕΟΦΠ διοργανώνει το Πανελλήνιο Πρωτάθλημα Ελληνορωμαϊκής Πάλης, με τον Εθνικό Αθηνών να κατακτάει 34 φορές τον τίτλο του πρωταθλητή και τον Πανελλήνιο να ακολουθεί με 10. Το πρωτάθλημα της ελευθέρας πάλης ξεκινάει το 1957, με πρωταγωνιστές αρχικά τον Εθνικό Αθηνών και τη ΧΑΝΘ και στη συνέχεια τον Άτλαντα Καλλιθέας, ο οποίος από το 1974 έως το 1999 κατέκτησε 25 συνεχόμενες φορές τον τίτλο του πρωταθλητή. Γυμναστική. Ως ολυμπιακό άθλημα η γυμναστική περιλαμβάνει την ενόργανη γυμναστική ανδρών και γυναικών, τη ρυθμική γυμναστική και το τραμπολίνο ανδρών και γυναικών. Οι ρίζες της πρώτης βρίσκονται στο Μεσαίωνα, ενώ της δεύτερης στην αρχαία Ελλάδα. Στη χώρα μας η ενόργανη γυμναστική εμφανίστηκε το δεύτερο μισό του 19ου αι. Ιδιαίτερες επιτυχίες σημείωσε η ελληνική ομάδα ενόργανης γυμναστικής στους Ολυμπιακούς αγώνες του 1896: Ιωάννης Μητρόπουλος (χρυσό μετάλλιο στους κρίκους), Νίκος Ανδριακόπουλος (χρυσό μετάλλιο στην αναρρίχηση επί κάλω), Θ. Ξενάκης (χάλκινο μετάλλιο στους κρίκους), Περσάκης (χάλκινο μετάλλιο στους κρίκους), Πετμεζάς (χάλκινο μετάλλιο στο μονόζυγο). Η γυμναστική παρέμεινε στην αφάνεια έως τη δεκαετία του ’70. Τότε η η Ουγγαρέζα γυμνάστρια Κορνηλία Τσάπο-Άνταλ οργάνωσε τμήμα γυμναστικής στη Θεσσαλονίκη. Γρήγορα αρκετοί σύλλογοι στην υπόλοιπη Ελλάδα ακολούθησαν αυτή την προσπάθεια. Τα απότελέσματα άρχισαν να φαίνονται στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και στη δεκαετία του ’90. Στο Πανευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1990 η Φ. Βαρβαριώτου στο σύνθετο ατομικό κατέλαβε την έκτη θέση στο έδαφος και την όγδοη στο άλμα. Στην ίδια διοργάνωση η ομάδα του ανσάμπλ κατέλαβε την πέμπτη θέση, όπως επίσης και στο Παγκόσμιο Κύπελλο του ίδιου έτους. Το 1992 στην Ολυμπιάδα της Βαρκελώνης οι αθλήτριες της ρυθμικής Μ. Σανσαρίδου και Α. Σιναπίδου κατέλαβαν την 11η και 14η θέση αντίστοιχα. Το 1994 ο Ιωάννης Μελισσανίδης κατέκτησε τη δεύτερη θέση στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Ανδρών στις ασκήσεις εδάφους και την πρώτη θέση στο ίδιο αγώνισμα στο Πανευρωπαϊκό Εφήβων. Στο 10ο Πανευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Ρυθμικής οι Νεάνιδες ήρθαν πρώτες στο ανσάμπλ και τρίτες στους τελικούς οργάνων. Το 1996 στην Ατλάντα ο Ιωάννης Μελισσανίδης κέρδισε το χρυσό στις ασκήσεις εδάφους. Το 1997 ιδρύθηκε η Ελληνική Γυμναστική Ομοσπονδία (ΕΓΟ) και, έτσι, η γυμναστική ανεξαρτητοποιήθηκε ως άθλημα από το ΣΕΓΑΣ. Σήμερα η ΕΓΟ είναι ενεργό μέλος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Γυμναστικής (FIG), με τη συμμετοχή περίπου 200 σωματείων και 2.500 αθλητών. Το 2000 στο Σίδνεϊ ο Δημοσθένης Ταμπάκος κέρδισε αργυρό μετάλλιο στους κρίκους. Σημαντική παρουσία επίσης έχει και ο Βλάσσης Μάρας, ο οποίος κατέχει δύο παγκόσμιους τίτλους (στο μονόζυγο), δύο ευρωπαϊκούς και έναν μεσογειακό. Η εθνική ομάδα του ανσάμπλ ρυθμικής γυμναστικής (Ε. Αινδήλη, Χ. Καρυάμη, Ε. Χριστοδούλου, Μ. Γεωργάτου, Κ. Πανταζή και Α. Παλλάτου) κατέκτησε το χάλκινο μετάλλιο στο Σίδνεϊ το 2000. Η εθνική ομάδα του ανσάμπλ έχει κατακτήσει το χρυσό μετάλλιο στα 2 στεφάνια + 3 κορδέλες και στις 10 κορίνες και το ασημένιο μετάλλιο στο σύνθετο ομαδικό στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της Οζάκα το 1999. Στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα της Βουδαπέστης την ίδια χρονιά και στο Κύπελλο Καλαμάτας το 2000 κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο και στα τρία αγωνίσματα. Ποδηλασία. Η ποδηλασία ως χόμπι αλλά και ως άθλημα εμφανίστηκε στη χώρα μας στα τέλη του 19ου αιώνα. Με αφορμή τους Ολυμπιακούς αγώνες του 1896 κατασκευάστηκε στο Φάληρο και το πρώτο ποδηλατοδρόμιο (εκεί όπου σήμερα βρίσκεται το Στάδιο Καραϊσκάκη). Ο Αριστείδης Κωνσταντινίδης στους πρώτους Ολυμπιακούς κέρδισε το χρυσό μετάλλιο στον αγώνα των 83 χλμ., ενώ η Ελλάδα κέρδισε ακόμη τρία αργυρά και ένα χάλκινο μετάλλιο. Τα πρώτα σωματεία που δημιούργησαν τμήματα ποδηλασίας το 1929 ήταν ο Πανιώνιος, η ΑΕΚ και ο Παναθηναϊκός. Την ευθύνη για το άθλημα την είχε ο ΣΕΓΑΣ, έως το 1937, που δημιουργήθηκε η Ποδηλατική Ομοσπονδία Ελλάδας, για να επανέλθει στο ΣΕΓΑΣ το 1954. Σημερα αποτελεί και πάλι αυτόνομη ομοσπονδία. Στη δεκαετία του ’80 ο Κανέλλος Κανελλόπουλος και ο Ηλίας Κελεσίδης κυριαρχούσαν στα πρωταθλήματα, ενώ χάρισαν και διεθνείς διακρίσεις στη χώρα μας. Το 1995, στο Παγκόσμιο Κύπελλο Ανδρών-Γυναικών η ομάδα του ολυμπιακού σπριντ, αποτελούμενη από τους Βασιλόπουλο, Γεωργαλή και Χειμωνέτο, κατέκτησε την τέταρτη θέση. Στους Ολυμπιακούς της Ατλάντα ο Δ. Γεωργαλής ήρθε έβδομος στην ατομική χρονομέτρηση 1 χλμ. Στο Σίδνεϊ η ομάδα του ολυμπιακού σπριντ, αποτελούμενη από τους Βασιλόπουλο, Γεωργαλή και Μπάρκα, κατέκτησε την τέταρτη θέση, ενώ ο Γεωργαλής ήρθε έκτος στο 1 χλμ. ατομικής χρονομέτρησης και ο Βασιλόπουλος έβδομος στο κίεριν. Πυγμαχία. Οργανωμένοι αγώνες πυγμαχίας στην Ελλάδα εμφανίστηκαν μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, το 1924, με προσπάθειες του αθλητή και προπονητή Κ. Περλάτου. Η αναγνώρισή της ως άθλημα από την Πολιτεία ήρθε με την ίδρυση της Ελληνικής Ομοσπονδίας Πυγμαχίας (ΕΟΠ), το 1952. Το 1928 είχε προηγηθεί η ίδρυση της άτυπης Πυγμαχικής Ομοσπονδίας Ελλάδας. Κάθε χρόνο διεξάγονται πανελλήνια και διασυλλογικά πρωταθλήματα, καθώς και δύο καθιερωμένοι διεθνείς αγώνες, τα Αλεξάνδρεια, κάθε φθινόπωρο στη Θεσσαλονίκη, και το κύπελλο Ακρόπολις στην Αθήνα κάθε άνοιξη, με πολλές διεθνείς συμμετοχές. Η ΕΟΠ έχει επίσης διοργανώσει με επιτυχία μεγάλα αθλητικά γεγονότα όπως τα Πανευρωπαϊκά Πρωταθλήματα Πυγμαχίας Ανδρών στην Αθήνα το 1989, Εφήβων στη Θεσσαλονίκη το 1993 και Παίδων στην Αθήνα το 2000. Ο Αντώνης Χριστοφορίδης ήταν ο μεγαλύτερος Έλληνας πυγμάχος στα προπολεμικά χρόνια (πρωταθλητής Ευρώπης στα μεσαία βάρη το 1938 και παγκόσμιος πρωταθλητής στα ημιβαρέα το 1941). Στις δεκαετίες του ’70 και ’80 ξεχώρισαν οι Ηλιάδης και Σύρρας. Τη δεκαετία του ’90 κυριάρχησε ο Γιώργος Στεφανόπουλος (χάλκινο μετάλλιο στους Πανευρωπαϊκούς του 1993 στα 91 κιλά). Διεθνείς διακρίσεις επίσης έχουν οι Τσιριπίδης (54 κ.), Βασιλικός (81 κ.), Τσάμης (51 κ.), Κοκόλης (75 κ.). Κολύμβηση. Το 1837, στο εγχειρίδιο Περίληψη της γυμναστικής, ο γυμναστής Γεώργιος Παγών ταξινομούσε και ανέλυε σε ιδιαίτερο κεφάλαιο, το «Περί του ψυχρολουτείν και κολυμβάν», τα μέχρι τότε γνωστά είδη κολύμβησης, α) Το κολυμβάν επί το στήθος, δηλαδή το πρόσθιο, β) Το κολυμβάν επί τα νώτα, δηλαδή το ύπτιο. Το άθλημα της κολύμβησης πριν από τη διεξαγωγή των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών αγώνων δεν είχε πάρει ακόμα αγωνιστικό χαρακτήρα. Το 1895, ο Ιωάννης Χρυσάφης διοργάνωσε τα Τήνια, στα οποία περιλαμβάνονταν και αγωνίσματα κολύμβησης. Κατά τη διάρκεια των πρώτων Ολυμπιακών αγώνων το 1896, πολλοί Έλληνες έλαβαν μέρος στο άθλημα της κολύμβησης και απέσπασαν διακρίσεις, όπως ο Αντώνιος Πεπανός, ο Ευστάθιος Χωραφάς και άλλοι. Μέχρι το 1927, ο ΣΕΓΑΣ είχε αναλάβει μεταξύ άλλων και την οργάνωση της κολύμβησης στη χώρα μας. Το 1927 ιδρύθηκε η Ελληνική Κολυμβητική Ομοσπονδία Φιλάθλων (ΕΚΟΦ), ενώ την ίδια χρονιά έγιναν οι πρώτοι Πανελλήνιοι Αγώνες. Σταθμό στην εξέλιξη της ελληνικής κολύμβησης αποτέλεσαν τα έτη 1940 και 1959, οπότε εγκαινιάστηκε το Ζάππειο κολυμβητήριο και το πρώτο κλειστό κολυμβητήριο στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων αντίστοιχα. Επίσης, σταθμό στην οργάνωση και ανάπτυξη της αγωνιστικής κολύμβησης αποτέλεσαν η καθιέρωση των Βαλκανικών Αγώνων Κολύμβησης, Υδατοσφαίρισης, Καταδύσεων Ανδρών-Γυναικών το 1969, και των Αγώνων Νέων-Νεανίδων το 1971. Σήμερα περίπου 100 σύλλογοι καλλιεργούν το άθλημα, και ανάμεσά τους με τις περισσότερες διακρίσεις ξεχωρίζουν ο Ολυμπιακός, ο Πανελλήνιος, ο Άλμπατρος, ο Εθνικός Πειραιώς, η Γλυφάδα, ο ΠΑΟΚ, ο Άρης Θεσ/νίκης, τα Χανιά, ο Παναθηναϊκός, ο ΑΟΠ. Φαλήρου και άλλοι. Στις δεκαετίες του ’60 και ’70 οι αθλητές που ξεχώρισαν ήταν οι Χατζηκυριάκης, Μαλλίδης, Καρύδης, Κοσκινάς, Καπράλος, Μάλαμας, Κασιδόκωστας, Κανδρής, Φωκιανός. Στις γυναίκες την ίδια εποχή οι Παπαδάκη, Χατζηαργύρη, Αυλωνίτου, Ιωαννίδου, Μπεσχένη, με ξεχωριστή παρουσία αυτή της Σοφίας Δάρα. Στη δεκαετία του ’80 διεθνείς διακρίσεις κατέκτησαν οι Χαράλαμπος Παπανικολάου και ο Ελληνοαμερικανός Κρις Στίβενσον, ενώ στις γυναίκες η πιο σημαντική ήταν της Έλλης Ρουσάκη. Από τη δεκαετία του ’90 ξεχώρισαν η Μαχαίρα, Μπίσμπας, Μαγγανάς, χωρίς όμως η ελληνική κολύμβηση να κερδίσει τότε σημαντικές διακρίσεις. Συγχρονισμένη κολύμβηση. Στην Ελλάδα, οι πρώτες προσπάθειες για την ανάπτυξη της συγχρονισμένης κολύμβησης άρχισαν το 1985. Η απόφαση της Κολυμβητικής Ομοσπονδίας Ελλάδος, το 1989, να αναπτύξει το αγώνισμα αυτό σε εθνικό επίπεδο αποτέλεσε σταθμό για την ιστορία και την πορεία του αγωνίσματος στη χώρα μας. Τα πρώτα βήματα έγιναν όταν ομοσπονδιακές προπονήτριες ανέλαβαν την προπόνηση επίλεκτων αθλητριών από διάφορα σημεία της Ελλάδας όπως ο Βόλος, η Κρήτη, η Θεσσαλονίκη και η Αθήνα. Το Α’ Πρωτάθλημα Συγχρονισμένης Κολύμβησης ανοιχτής κατηγορίας πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα το 1990. Το 1991 ήρθε στην Ελλάδα η ελληνικής καταγωγής πρωταθλήτρια Ρωσίας Χριστίνα Θαλασσινίδου, η οποία, την ίδια χρονιά, στους Πανευρωπαϊκούς Αγώνες της Αθήνας, κατέκτησε το ασημένιο μετάλλιο. Η ίδια κατετάγη έκτη στη Βαρκελώνη το 1992 και το 1995 ήρθε τρίτη στους Πανευρωπαϊκούς. Στους ίδιους αγώνες οι Θεoδωρίδου, Ιωάννου ήρθαν δέκατες στο ντουέτο. Η επιτυχία αυτή είχε αντίκτυπο στους συλλόγους. Ήδη από το 1992, στο ελληνικό πρωτάθλημα, συμμετείχαν 11 σύλλογοι απ’ όλη την Ελλάδα, γεγονός ενδεικτικό της ανάπτυξης του αθλήματος στη χώρα. Υδατοσφαίριση (γουότερ πόλο). Στην Ελλάδα διοργανώθηκε για πρώτη φορά πρωτάθλημα υδατοσφαίρισης το 1928, με πρωταθλήτρια την ομάδα του Άρη Θεσσαλονίκης. Κατά τη διάρκεια των πρώτων ετών, ήταν πολλές οι δυσκολίες και οι ελλείψεις σε αγωνιστικούς χώρους. Παρ’ όλα αυτά, το αγωνιστικό ενδιαφέρον δεν είχε περιοριστεί. Αξίζει να αναφέρουμε ότι πολίστας του Ηρακλή Θεσ/νίκης ήταν τα προπολεμικά χρόνια ο ήρωας της Αντίστασης Γ. Ιβάνωφ. Από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια μέχρι τη δεκαετία του ’90, τους τίτλους μονοπωλούσε ο Εθνικός Πειραιώς. Κατάφερε μάλιστα να καταταχθεί στις τέσσερις καλύτερες ομάδες της Ευρώπης. Στη συνέχεια εμφανίστηκαν νέες ομάδες, όπως η Βουλιαγμένη και η Γλυφάδα, ο Ολυμπιακός και η Πάτρα, οι οποίες τερμάτισαν αυτό το μονοπώλιο. Δεν έλειψαν έτσι και οι διεθνείς διακρίσεις. Το 1997 η Βουλιαγμένη κατέκτησε το Κύπελλο Κυπελλούχων και το 2003 ο Ολυμπιακός το Champions League. Σημαντικές διακρίσεις έχει επίσης και η εθνική ομάδα: δέκατη στη Βαρκελώνη το 1992, έκτη στην Ατλάντα το 1996, δέκατη στο Σίδνεϊ το 2000. Επίσης, έχει καταλάβει την τέταρτη θέση στο Πανευρωπαϊκό του 1999 και την έκτη θέση στα Πανευρωπαϊκά του 1991 και 1993. Ανάμεσα στους πολλούς ταλαντούχους πολίστες αξίζει να αναφέρουμε τους Αρώνη, Μουδάτσιο, Ιωσηφίδη, Γιαννόπουλο, Καϊάφα, Μαυρωτά. Κωπηλασία. Το πρώτο σωματείο κωπηλασίας της χώρας –και ένα από τα πρώτα αθλητικά σωματεία– είναι ο Όμιλος Ερετών στον Πειραιά, ο οποίος ιδρύθηκε το 1885. Λίγα χρόνια μετά, οργανώθηκε ο Ναυτικός Όμιλος Σύρου (1893), ενώ από το 1886 έχουν αρχίσει να διεξάγονται κωπηλατικοί αγώνες. Η Ελληνική Κωπηλατική Ομοσπονδία ιδρύθηκε το 1927, ενώ ήδη από το 1906 έχουν γίνει οι πρώτοι Πανελλήνιοι Αγώνες. Στην περίοδο της Κατοχής φεύγει η ιστιοπλοΐα από την ΕΕΦΝΣ, και εμφανίζεται πλέον με τη σημερινή της ονομασία ΕΚΟΦΝΣ (Ελληνική Κωπηλατική Ομοσπονδία Φιλάθλων Ναυτικών Σωματείων). Η ΕΚΟΦΝΣ, που αριθμεί σήμερα περισσότερα από 40 σωματεία από όλη τη χώρα, διοργάνωσε το 1970 την πρώτη διεθνή εκδήλωση στην Ελλάδα, το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Εφήβων, στη λίμνη Παμβώτιδα των Ιωαννίνων. Η χρήση των λιμνών στα Ιωάννινα και στην Καστοριά έδωσαν ώθηση στο άθλημα τη δεκαετία του ’70. Οι ομάδες που ξεχώρισαν στα εθνικά πρωταθλήματα είναι οι Ν.Ο. Ιωαννίνων, Καστοριάς, Βόλου, Θεσσαλονίκης, ο Όμιλος Ερετών και άλλες. Η ελληνική κωπηλασία έχει να επιδείξει αρκετές διακρίσεις σε Ολυμπιάδες. Το 1980 στη Μόσχα πήρε την 8η θέση στο σκιφ ανδρών, με τον Κώστα Κοντομανώλη του Ομίλου Ερετών, ο οποίος το 1984 στο Λος Άντζελες κατέκτησε την 6η θέση στι ίδιο αγώνισμα. Η Αντωνία Σβάιερ του Ν.Ο. Ιωαννίνων κατέκτησε την 7η θέση στο σκιφ γυναικών το 1988 στη Σεούλ και το 1992 στη Βαρκελώνη. Στο Σίδνεϊ το 2000 οι Βασίλης Πολύμερος (ΟΕΑ-ΝΑ Βόλου)-Παναγιώτης Μηλιώτης (Ν.Ο. Ιωαννίνων) κατέλαβαν την 8η θέση στο διπλό σκιφ ελαφρών βαρών ανδρών. Επίσης, διακρίσεις έχουν κατακτήσει οι Έλληνες αθλητές στα παγκόσμια και ευρωπαϊκά πρωταθλήματα, με πιο σημαντική τη δεύτερη θέση στο τετραπλό σκιφ ελαφρών βαρών ανδρών (Π. Μηλιώτης, Β. Πολύμερος, Γ. Κουρκουρίκης, Ν. Σκιαθίτης) στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της Λουκέρνης το 2001. Ιστιοπλοΐα. Το άθλημα άρχισε να αναπτύσσεται στην Ελλάδα από το Πολεμικό Ναυτικό στα χρόνια του Μεσοπολέμου, ενώ στη δεκαετία του ’30 ιδρύθηκαν οι πρώτοι ιστιοπλοϊκοί όμιλοι. Η Ελληνική Ιστιοπλοϊκή Ομοσπονδία ιδρύθηκε το 1950 και με τη δημιουργία επτά ιστιοπλοϊκών κέντρων έδωσε ώθηση στην ανάπτυξη του αθλήματος. Σήμερα λειτουργούν περισσότεροι από 50 όμιλοι με χιλιάδες αθλητές. Η ελληνική ιστιοπλοΐα έχει να επιδείξει πολλές ολυμπιακές διακρίσεις: Το 1960 στη Ρώμη η ομάδα ιστιοπλοΐας στα σκάφη τύπου Ντράγκον, η οποία αποτελούνταν από τους Κωνσταντίνο Γλίξμπουργκ, τότε διάδοχο του θρόνου, Οδυσσέα Ζαΐμη και Γιώργο Εσκιντζόγλου, κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο. Το 1968 στην Πόλη του Μεξικού ο Παναγιώτης Κουλιγκάς στην κατηγορία σκαφών τύπου Φιν κατέλαβε την πέμπτη θέση. Το 1972 στο Μόναχο ο Ηλίας Χατζηπαυλής στην κατηγορία σκαφών τύπου Φιν κέρδισε το αργυρό μετάλλιο. Το 1980 στη Μόσχα στα σκάφη τύπου Σόλινγκ χάλκινο μετάλλιο κατέκτησε η ομάδα ιστιοπλοΐας που αποτελούνταν από τους Μπουντούρη, Γαβρίλη και Ραπανάκη. Το 1996 στην Ατλάντα ο Νίκος Κακλαμανάκης κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο στην ιστιοσανίδα τύπου Μιστράλ. Το 1996 οι Τάσος Μπουντούρης και Δημήτρης Κούκης κατέλαβαν την τέταρτη θέση στα σκάφη τύπου Σταρ. Πολλές είναι οι επιτυχίες και στα παγκόσμια και πανευρωπαϊκά πρωταθλήματα. Αντισφαίριση (τένις). Στην Ελλάδα η αντισφαίριση εμφανίστηκε με τη σύγχρονή της μορφή το 1895, με την ίδρυση του πρώτου ομίλου αντισφαίρισης στην Κέρκυρα. Στη συνέχεια ιδρύθηκαν όμιλοι και σε άλλες ελληνικές πόλεις, όπως ο Όμιλος Αντισφαίρισης Αθηνών, στις εγκαταστάσεις του οποίου έγιναν οι αγώνες της πρώτης Ολυμπιάδας του 1896, καθώς και ο Όμιλος Αντισφαίρισης Θεσσαλονίκης. Το 1938 συστήθηκε η Ελληνική Φίλαθλη Ομοσπονδία Αντισφαίρισης (ΕΦΟΑ), στη δύναμη της οποίας ανήκουν σήμερα 214 σωματεία. Αθλητές που ξεχώρισαν στο άθλημα είναι ο Στάλιος (αήττητος τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια), οι Καλύβας, Παναγόπουλος, Κανελλόπουλος, Καλογερόπουλος, Βαζαίος, Ρήγας, Καλοβελώνης, Γαλατιανός, Εφραίμογλου, Μπαβέλας. Στις γυναίκες ξεχώρισε η Αγγελική Κανελλοπούλου, η οποία κατέκτησε την όγδοη θέση στην Ολυμπιάδα του Λος Άντζελες και κατόρθωσε να φτάσει στο Νο 37 της παγκόσμιας κατάταξης. Στα βήματά της βάδισε αργότερα η Χριστίνα Παπαδάκη και τα τελευταία χρόνια ακολουθεί η Λένα Δανιηλίδου, η οποία βρίσκεται στη 15η θέση της παγκόσμιας κατάταξης το 2003 και αποτελεί μεγάλη ελπίδα του ελληνικού τένις.. Επιτραπέζια αντισφαίριση. Η επιτραπέζια αντισφαίριση (πινγκ πονγκ) άρχισε να καλλιεργείται στην Ελλάδα επίσημα την περίοδο του Μεσοπολέμου, δηλαδή τη δεκαετία του ’30, με ευθύνη του Συνδέσμου Ελληνικών Γυμναστικών Αθλητικών Σωματείων (ΣΕΓΑΣ). Το πρώτο επίσημο πρωτάθλημα διεξήχθη το 1940, με ευθύνη του ΣΕΓΑΣ, και νικητής ήταν ο Νίκος Μαντζάρογλου στο απλό, αλλά και στο διπλό ανδρών, με το συναθλητή του Παύλο Ιωαννίδη. Από το 1926 έως το 1943 διεξάγονταν ανεπίσημα πανελλήνια πρωταθλήματα και φιλικά τουρνουά, στα οποία πρωταγωνιστούσε ο αθλητής Νίκος Μαντζάρογλου, που το 1931 κατέλαβε την 3η θέση στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της Βουδαπέστης με τη σημαία της Γερμανίας, αφού η Ελλάδα δεν ήταν τότε μέλος της Διεθνούς Ομοσπονδίας. Στις 20 Μαρτίου 1949 η Ελληνική Φίλαθλος Ομοσπονδία Αντισφαιρίσεως αποφάσισε να ιδρύσει τμήμα Επιτραπέζιας Αντισφαίρισης. Το 1956 δημιουργήθηκε η Ελληνική Φίλαθλος Ομοσπονδία Επιτραπέζιας Αντισφαίρισης. Τα τελευταία χρόνια, Έλληνες αθλητές έχουν σημειώσει σημαντικές επιδόσεις στην επιτραπέζια αντισφαίριση. Το 1991 η Ελλάδα κέρδισε το πρώτο της χάλκινο μετάλλιο στο αγώνισμα του διπλού μεικτού στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της Ιαπωνίας με την τρίτη θέση του Καλίνικου Κρεάνκα και της Οτίλιας Μπαντέσκου (ρουμανικής καταγωγής). Το 1996, όταν η Ελλάδα συμμετείχε για πρώτη φορά στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ατλάντα. Το 1997 η εθνική ομάδα ανδρών, έκανε μια μεγαλειώδη εμφάνιση στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα, κατακτώντας την έκτη θέση. Ο Κρεάνκα την ίδια χρονιά κατέλαβε την πρώτη θέση στους Μεσογειακούς αγώνες της Ιταλίας στο ατομικό ανδρών, το 1994 το χρυσό μετάλλιο στο διπλό ανδρών και το 1998 στο Πανευρωπαϊκό Πρωτάθλημα κατετάγη δεύτερος στο διπλό ανδρών και πέμπτος στο ατομικό. Η κατάκτηση του αργυρού μεταλλίου στο ατομικό ανδρών του Πανευρωπαϊκού Πρωταθλήματος 2002, από τον Κρεάνκα, επιβεβαιώνει τη συνεχή άνοδο της Ελληνικής Επιτραπέζιας Αντισφαίρισης. Σημαντική είναι επίσης η παρουσία του Ντανιέλ Τσιόκα. Χειροσφαίριση (χάντμπολ). Το χάντμπολ στην πρώιμη μορφή του (με 11 παίκτες) πρωτοεμφανίστηκε στη χώρα μας το 1922 σε αγώνα μεταξύ του Πανελληνίου και της μεικτής Εθνικού-Νήαρ Ηστ. Μετά από μια μεγάλη διακοπή ξαναεμφανίστηκε στα σχολικά πρωταθλήματα της Θεσ/νίκης το 1951-52. Με τη σύγχρονη μορφή του (με 7 παίκτες) άρχισε να παίζεται στο Αμύνταιο το 1977. Το ίδιο έτος δημιουργήθηκε και η Ομοσπονδία Χειροσφαίρισης Ελλάδας. Το άθλημα γνωρίζει ιδιαίτερη ανάπτυξη στην περιφέρεια και κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα. Στο πρωτάθλημα πρωταγωνιστούν ο Ιωνικός Νέας Φιλαδελφείας, ο Φίλιππος Βέροιας, ο Αρχέλαος Κοζάνης, οι Σχολές Δούκα, ο ΒΑΟ και άλλοι. Στις διεθνείς διοργανώσεις έχουν να επιδειχθούν διακρίσεις σε Βαλκανιάδες και πανευρωπαϊκά και παγκόσμια πρωταθλήματα νέων και εφήβων. Ιππασία. Ο πρώτος ιππικός όμιλος στη χώρα μας ιδρύθηκε το 1881 και είχε τον τίτλο Ιππική Εταιρεία. Ωστόσο η ιππασία και κυρίως η υπερπήδηση εμποδίων άρχισε να αναπτύσσεται στη νεότερη Ελλάδα πριν από το Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, όταν μια ομάδα ανώτερων αξιωματικών του στρατού ίδρυσε έναν ιππικό όμιλο σε προάστιο της Αθήνας. Ταυτόχρονα χτίστηκε κλειστό ιπποδρόμιο και εκεί λειτουργούσε παράλληλα σχολή ιππασίας. Έκτοτε το άθλημα καθιερώθηκε στην Ελλάδα και άρχισε να εξελίσσεται και να αναπτύσσεται. Η ιππική δεξιοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε στην Ελλάδα το 1975, ενώ το ιππικό τρίαθλο το 1997. Το 1990 ιδρύθηκε η Ελληνική Ομοσπονδία Ιππασίας (ΕΟΙ), που αριθμεί σήμερα 58 ιππικούς ομίλους και περισσότερους από 2.000 αθλητές εγγεγραμμένους ως μέλη της. Οι αθλητές που έχουν ξεχωρίσει είναι οι Δρακάτου, Σερπιέρης, Λαλαούνη, Μαρινοπούλου και η Χάιντι Αντικαντζίδου, η οποία στο Σίδνεϊ ήρθε έκτη στο αγώνισμα του ιππικού τριάθλου. Η ίδια ήταν έβδομη στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1999. Σκοποβολή. Οι πρώτοι αγώνες σκοποβολής έγιναν στα Ελευθέρια της Τήνου το 1894. Η Ελλάδα κέρδισε τις πρώτες νίκες στην Ολυμπιάδα του 1896 με τους: Φραγκούδη στη βολή με πιστόλι από 25 μέτρα, Ορφανίδη στη βολή με πολεμικό όπλο από 300 μέτρα και Καρασεβδά στη βολή με όπλο Γκρα από 200 μέτρα, αργυρά μετάλλια με τους Παυλίδη στη βολή με όπλο Γκρα 200 μέτρα, Ορφανίδη στη βολή με πιστόλι από 25 μέτρα και Φραγκούδη στη βολή με πολεμικό ντουφέκι από 300 μέτρα. Το 1906 στη Μεσοολυμπιάδα των Αθηνών, χρυσό μετάλλιο κατέκτησε ο Σκαρλάτος στη βολή με πιστόλι ακριβείας από 25 μέτρα (με παράγγελμα), αργυρά μετάλλια κατέκτησαν ο Περρίδης στη βολή κατά απλών πήλινων δίσκων και ο Μεταξάς στη βολή κατά διπλών πήλινων δίσκων. Τρία χάλκινα μετάλλια κατέκτησαν οι Σκοτάδης και Ραγκαβής στη βολή με περίστροφο από 25 μέτρα. Τη μοναδική διάκριση της ελληνικής αποστολής στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1920 στην Αμβέρσα πέτυχε η ομάδα της σκοποβολής με τους Βρανόπουλο, Θεοφιλάκη, Μωραϊτίνη και Σάππα, η οποία κατέκτησε το αργυρό μετάλλιο στον αγώνα βολής με περίστροφο. Η Σκοπευτική Ομοσπονδία Ελλάδας (ΣΚΟΕ) ιδρύθηκε το 1932. Τις μεταπολεμικές δεκαετίες οι καλύτεροι αθλητές ήταν οι Κούτσης (έκτος ολυμπιονίκης το 1952), Πάγκαλος, Μαρμαρίδης, Τζαβάρα, Ξανθάκος, Καρνούτος, Πατρώνης, Μάνθος. Στη δεκαετία του ’90 ξεχωρίζει η Άγη Κασούμη κι ακόμη οι Κοτρώνη, Μητροπούλου, Μπαλτάς, Νίκας, Σύρος και Καρνούτος. Ξιφασκία. Στην Ελλάδα πρώτος δάσκαλος αναφέρεται ο Μίλερ, ο οποίος δίδασκε ξιφασκία στη ΣΣΕ, εκδίδοντας ταυτόχρονα το πρώτο σύγγραμμα. Το 1872 ο μαθητής του Πύργος εξέδωσε το βιβλίο Οπλομαχητική, Ξιφασκία και Σπαθασκία, βασισμένος και επηρεασμένος από τη γαλλική σχολή. Περίπου την ίδια εποχή ο Ηλιόπουλος ίδρυσε ιδιωτική σχολή και δίδασκε την ιταλική σχολή. Πρώτος σύλλογος ξιφασκίας στην Ελλάδα ήταν ο Σύλλογος Φιλόπλων Αθηνών, ο οποίος συγχωνεύτηκε με την Αθηναϊκή Λέσχη και μετονομάστηκε σε Αθηναϊκή Λέσχη Το Ξίφος. Έτσι, δημιουργήθηκε το πρώτο αθλητικό σωματείο ξιφασκίας το 1888. Στην Ολυμπιάδα του 1896 ο Πύρος κέρδισε το χρυσό στο ξίφος ασκήσεων διδασκάλων, ο Γεωργιάδης κατέλαβε την πρώτη θέση στη σπαθασκία φιλάθλων και ο Καράκαλος τη δεύτερη, ενώ ο Πιερράκος ήρθε τρίτος στη σπάθη. Η Ελληνική Ομοσπονδία Ξιφασκίας (ΕΟΞ) ιδρύθηκε το 1972, ενώ μέχρι τότε το άθλημα της ξιφασκίας υπαγόταν στο ΣΕΓΑΣ. Στις δεκαετίες του ’80 και ’90 ξεχωρίζουν οι Μπαμπανάσης (σπάθη) και Ρεγκούκου (ξίφος μονομαχίας) με αρκετές διεθνείς διακρίσεις. Τζούντο. Στην Ελλάδα το τζούντο εμφανίστηκε τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια και κυρίως μετά τον πόλεμο της Κορέας. Την αθλητική του μορφή την πήρε το 1977, οπότε και αναγνωρίστηκε από την Πολιτεία ως άθλημα και εντάχθηκε στο Σύνδεσμο Ελληνικών Γυμναστικών Αθλητικών Σωματείων (ΣΕΓΑΣ). Το 1985 δημιουργήθηκε η Ελληνική Ομοσπονδία Τζούντο (ΕΟΤ). Σήμερα η ΕΟΤ αριθμεί πάνω από 150 σωματεία και πάνω από 6.000 αθλητές και αθλήτριες σε όλη τη χώρα. Κάθε χρόνο διεξάγονται πανελλήνια και διασυλλογικά πρωταθλήματα όλων των ηλικιακών κατηγοριών, καθώς και πλήθος ημερίδων. Η ΕΟΤ έχει επίσης διοργανώσει με επιτυχία μεγάλα αθλητικά γεγονότα, όπως το Πανευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Ανδρών και Γυναικών το 1993, το Πανευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Νέων και Νεανίδων το 1989, τους Μεσογειακούς αγώνες το 1991, Βαλκανικούς αγώνες. Τάε κβο ντο. Στην Ελλάδα το τάε κβο ντο ήρθε στο τέλος της δεκαετίας του ’60, από τους Σ. Κάσση στην Αθήνα και Γ. Στυλιανίδη στη Θεσσαλονίκη. Μέχρι το 1979 το ελληνικό πλέον τάε κβο ντο καλλιεργήθηκε στα πλαίσια της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και, με προσπάθειες των δασκάλων Σταμάτη Κάσση και Γιώργου Στυλιανίδη, κατόρθωσε να υιοθετηθεί από τον ΣΕΓΑΣ, ο οποίος βοήθησε το άθλημα να κάνει μεγάλα βήματα προόδου μέχρι το 1987, οπότε και ανεξαρτητοποιήθηκε με την ίδρυση της ΕΛΟΤ (Ελληνική Ομοσπονδία Τάε Κβο Ντο). Τον Οκτώβριο του 1991 η ΕΛΟΤ διοργάνωσε στην Αθήνα το δέκατο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Ανδρών και το τρίτο Γυναικών, του αγωνιστικού συστήματος W.T.F., στο στάδιο Ειρήνης και Φιλίας, και κατέκτησε τα δύο πρώτα της χάλκινα μετάλλια στο θεσμό (Δροσίδου Μόρφω, Κετεσίδου Θεανώ). Το 1992 στην Ολυμπιάδα της Βαρκελώνης, το τάε κβο ντο ξαναπαρουσιάστηκε ως άθλημα επίδειξης με τα ίδια αποτελέσματα, όσον αφορά τις άριστες εντυπώσεις που δημιούργησε στους παράγοντες της ΔΟΕ. Η ελληνική συμμετοχή (Δροσίδου, Μπάδα, Σπύρου) επιβραβεύτηκε με την κατάκτηση ενός χάλκινου μεταλλίου (Δροσίδου). Στο Σίδνεϊ το 2000 ο Μιχάλης Μουρούτσος κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο στην κατηγορία του. Στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 2000, που διεξήχθη στην Πάτρα κατέκτησε και πάλι το χρυσό μετάλλιο. Το τάε Κβο Ντο αγαπήθηκε από το ελληνικό φίλαθλο κοινό και διαδόθηκε ταχύτατα, με αποτέλεσμα, σήμερα, σε όλη την επικράτεια, να υπάρχουν 8 τοπικές επιτροπές, 470 σωματεία και πάνω από 30.000 δελτία αθλητών-τριών, εκτός από την κεντρική ομοσπονδία. Κανόε/καγιάκ. Τα πρώτα σκάφη ήρθαν το 1983-84 με αφορμή τις διακρατικές αθλητικές ανταλλαγές με την Πολωνία και τη Βουλγαρία. Το 1986, η Γενική Γραμματεία Αθλητισμού ενέταξε το κάνοε/καγιάκ στην Ελληνική Κωπηλατική Ομοσπονδία Φιλάθλων Ναυτικών Σωματείων (ΕΚΟΦΝΣ) ως ισότιμο μέλος της Διεθνούς Ομοσπονδίας (ICF). Το 1991 η Ελλάδα, στο πλαίσιο των Μεσογειακών αγώνων, διοργάνωσε το κάνοε/καγιάκ σπριντ στη λίμνη των Ιωαννίνων. Η Ελληνική Ομοσπονδία Κάνοε/Καγιάκ (ΕΟΚΚ) ιδρύθηκε το 1998 και ένα χρόνο αργότερα, το 1999, ανέλαβε την προβολή και του κάνοε/καγιάκ σλάλομ στην Ελλάδα. Η εξέλιξη του αθλήματος υπήρξε θεαματική. Το άθλημα αποκτά συνεχώς όλο και περισσότερους οπαδούς, ενώ ήδη έχουν σημειωθεί οι πρώτες διεθνείς επιτυχίες. Μοντέρνο πένταθλο. Στην Ελλάδα ξεκίνησε το 1979. Η Ελληνική Ομοσπονδία Μοντέρνου Πεντάθλου (ΕΟΜΟΠ) ιδρύθηκε το 2001. Μέχρι τότε το άθλημα του μοντέρνου πεντάθλου υπαγόταν στον ΣΕΓΑΣ. Το μοντέρνο πένταθλο, το πιο απαιτητικό άθλημα των Ολυμπιακών αγώνων, συνίσταται σε συνδυασμό πέντε τελείως διαφορετικών αθλημάτων συνιστούν. Συγκεκριμένα, οι πενταθλητές διαγωνίζονται στη διάρκεια μιας ημέρας στα εξής πέντε αθλήματα: σκοποβολή, ξιφασκία, κολύμβηση, ιππασία και ανώμαλο δρόμο. Μπέιζμπολ. Η Ελληνική Φίλαθλη Ομοσπονδία Μπέιζμπολ ιδρύθηκε το Σεπτέμβριο του 1997, ενώ το άθλημα έκανε τα πρώτα του βήματα το 1998. Το πρώτο πρωτάθλημα έλαβε χώρα το Μάιο του 2000 με τη συμμετοχή 6 ομάδων. Πρωταθλητής αναδείχθηκε ο Αθλητικός Σύλλογος Μαρούσι 2004 . Σήμερα αριθμούνται 19 σωματεία και περίπου 450 αθλητές, που συμμετέχουν σε όλες τις διοργανώσεις της Ελληνικής Ομοσπονδίας (Πανελλήνιο Πρωτάθλημα, Κύπελλο Ελλάδας). Χόκεϊ. Το πρώτο σωματείο χόκεϊ στην Ελλάδα ιδρύθηκε το 1924 από τον Όμιλο Αντισφαίρισης Αθηνών, ενώ η Ελληνική Ομοσπονδία Χόκεϊ (ΕΟΧ) ιδρύθηκε αρκετά χρόνια αργότερα, το 1994. Η ΕΟΧ διαθέτει σήμερα στο δυναμικό της 55 σωματεία σε όλη την Ελλάδα με εστίες ανάπτυξης στην Αθήνα, στην Κρήτη, στη Θεσσαλονίκη και στην Πελοπόννησο. Τρίαθλο. Το 1990 ο Ελληνικός Όμιλος Τριάθλου άρχισε τη διοργάνωση αγώνων (5-10 αγώνες το χρόνο). Το 1995 ιδρύθηκε η Ελληνική Ομοσπονδία Ερασιτεχνικού Τριάθλου (το 1999 μετονομάστηκε σε Ελληνική Ομοσπονδία Τριάθλου). Χειμερινά αθλήματα. Τα χειμερινά αθλήματα (χιονοδρομίες, παγοδρομίες, δίαθλο, χόκεϊ στον πάγο κ.λπ) δεν είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένα στη χώρα μας έτσι ώστε να έχουμε σημαντικές διεθνείς διακρίσεις. Οι αθλητές των χειμερινών αθλημάτων προπονούνται στα χιονοδρομικά κέντρα της χώρας, ενώ υπάρχουν και αντίστοιχες ομοσπονδίες. Ορειβασία. Οι ορειβατικές δραστηριότητες στη χώρα μας είναι αρκετά ανεπτυγμένες. Ο Ελληνικό Ορειβατικός Σύνδεσμος (ΕΟΣ) ιδρύθηκε το 1930 και δημιουργήθηκαν από τότε πολλά παραρτήματα σε όλη την Ελλάδα. Σήμερα τις δραστηριότητες της ορειβατικής πεζοπορίας, των αναρριχήσεων, των χειμερινών αναβάσεων και του ορειβατικού σκι εποπτεύει η Ελληνική Ομοσπονδία Ορειβατικών Συλλόγων (ΕΟΟΣ), που ιδρύθηκε το 1983. Έλληνες ορειβάτες έχουν να επιδείξουν σημαντικές επιτυχίες σε αναρριχήσεις σε πολλά όρη του κόσμου, ακόμη και στα Ιμαλάια. Στα βουνά της χώρας μας λειτουργούν σήμερα περίπου 50 ορειβατικά καταφύγια. 1 Ο Πύρρος Δήμας κερδίζει το παγκόσμιο πρωτάθλημα άρσης βαρών στην Κίνα. Η πρώτη εμφάνιση γυναικών στον αθλητισμό: Ατθίδες αθλήτριες στο γήπεδο του Εθνικού Αθηνών (20 Απριλίου 1903, φωτ. από την έκδ. «100+1 χρόνια Ελλάδα»). Το 1982, η Άννα Βερούλη κατακτά το χρυσό μετάλλιο στον ακοντισμό και η Σοφία Σακοράφα το χάλκινο μετάλλιο στο ίδιο αγώνισμα (φωτ. από την έκδ. «100+1 χρόνια Ελλάδα»). Στιγμιότυπο από τον αγώνα μπάσκετ για το πρωτάθλημα Α1 κατηγορίας μεταξύ Άρη και Ολυμπιακού. Εδώ, ο θρύλος του μπάσκετ Νίκος Γκάλης (φωτ. ΑΠΕ). Η εθνική ομάδα Μπάσκετ τον Ιούνιο του 1996. Από αριστερά οι παίκτες Μπακατσιάς, Σιγάλας, Γιαννάκης, Φασούλας, Παπανικολάου (φωτ. ΑΠΕ). Η ιππασία στη χώρα μας αναπτύχθηκε από το Μεσοπόλεμο (φωτ. ΑΠΕ). Πολλές είναι οι επιτυχίες της ελληνικής ιστιοπλοΐας (φωτ. ΑΠΕ). Συγχρονισμένη κολύμβηση (φωτ. ΑΠΕ). Ο Γρηγόρης Λαμπράκης αναδεικνύεται το 1938 στο άλμα εις μήκος (φωτ. από την έκδ. «100+1 χρόνια Ελλάδα»). Η «κρυπτή», στεγασμένη είσοδος στο στάδιο της Ολυμπίας (φωτ. Όθωνα Τσουνάκου). Το Στάδιο της Ολυμπίας (φωτ. Όθωνα Τσουνάκου). Ελληνορωμαϊκή πάλη, ένα άθλημα με πανάρχαιες ρίζες (φωτ. ΑΠΕ). H ποδηλασία εμφανίστηκε ως άθλημα στη χώρα μας στα τέλη του 19ου αιώνα (φωτ. ΑΠΕ). Η εθνική ομάδα πόλο κατά την αναχώρηση για Σίδνεϊ (φωτ. ΑΠΕ). Ο Κ. Τσικλητήρας, ο χρυσός Ολυμπιονίκης του 1912 (φωτ. από την έκδ. «100+1 χρόνια Ελλάδα»).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Ελλάδα — η Греция, Эллада: η Εκκλησία της Ελλάδος Элладская Церковь …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • Ελλάδα — Grèce  Pour les articles homophones, voir Graisse et GRECE. Ελληνική Δημοκρατία (el) …   Wikipédia en Français

  • Ελλάδα — Sp Eladà Ap Ελλάδα/Ellada graikiškai Sp Helãdė Ap Ηλλάς/Hellas sen. graikų kalba L sen. Graikijos pavadinimas …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • Ελλάδα — η βλ. Ελλάς …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα — [Елада] ουσ. Θ. Эллада, греция …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Ελλάδα — η κράτος της ΝΑ Ευρώπης στο νότιο τμήμα της βαλκανικής χερσονήσου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ἑλλάδα — Ἑλλάς part of Phthiotis fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ελλάδα - Ιστορία (Αρχαιότητα) — ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ (600000 1100 π.Χ.) Σύμφωνα με τα αρχαιολογικά ευρήματα, θεωρείται ότι η ζωή ξεκίνησε στον ελλαδικό χώρο από το 100 000 π.Χ. (Παλαιολιθική εποχή). Όμως, η χρονική περίοδος που ιστορικά παρουσιάζει εξαιρετικό… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Ιστορία (Νεότεροι χρόνοι) — Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΝΕΟΤΕΡΩΝ ΧΡΟΝΩΝ (1828 ΕΩΣ ΣΗΜΕΡΑ) Τα γεγονότα που σημάδεψαν τη νεότερη ιστορία της Ελλάδας ήταν πολλά και ιδιαίτερα σημαντικά, συνέτειναν δε, μέσα από αιματηρές εσωτερικές διενέξεις (με αποκορύφωμα τον εθνικό διχασμό) και… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Οικονομία (Νεότεροι χρόνοι) — Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΝΕΟΤΕΡΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ Η περίοδος 1830 1992 Η Επανάσταση του 1821 οδήγησε στην επίσημη ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, το 1830, κατόπιν της επέμβασης των Προστάτιδων Δυνάμεων (Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας). Η χώρα τότε περιελάμβανε την… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Τέχνη (Σύγχρονη) — Η ΕΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΣΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΙΚΑΣΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ 19ου & ΤΟΥ 20ού αι. Εξετάζοντας την ελληνική εικαστική δημιουργία σήμερα, μπορούμε να καταλήξουμε στις εξής παραδοχές: α) παρουσιάζει έργα με μεγάλο… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.